Διαβασα το βιβλίο
Ε.
Χ.
Γονατάς:
Μικρές και παράξενες ιστορίες, της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου και βρηκα ταιριαστο αυτό το νημα για καποια σχόλια.
Ένα πρωι που ειχα κατέβει στην Πολιτεία μαζί με τον γιο μου, όταν, στον πάγκο που βρισκεται μπροστά από τα ταμεία, έπεσε το μάτι μου στον τιτλο. Δεν το ξανασκέφτηκα, το αγόρασα αμέσως και το ξεκίνησα ένα βραδυ, μαλλον χλιαρά, έχοντας παραδίπλα παλι τον γιο μου να με παρενοχλεί. Ομως, το βιβλιο γρήγορα απέκτησε ρυθμο τον οποιο διέκοπτα, διαβαζοντας ξανα καποια απο τα κειμενά του.
Ξεκινώντας χρονολογικά, το βιβλίο αναφέρεται στη ζωή του Γονατά, λίγο βιογραφικά και περισσότερο εργογραφικά, στη σειρα με την οποία προέκυψαν τα κείμενα και οι συλλογές του, πώς ξεκινησε να γράφει με τον χαρακτηριστικο τρόπο του της ποιητικής, βραχείας πρόζας οι συγγραφείς και το κίνημα (υπερρεαλισμος) που τον επηρέασαν. Οποιος εχει διαβάσει τον Γονατα, ξέρει ότι τα κείμενά του περιέχουν εντονα στοιχεία των ρομαντικών (φανταστικό στοιχείο), στοιχεία των ονείρων (παραδοξότητα), τα αντικείμενα και τα ζώα παύουν να είναι μονο τέτοια (αλληγορια), παρολ’ αυτά όμως, πάντοτε τοποθετούνται εντός μιας βιωμενης πραγματικότητας ("'
Ολα όσα γράφω ειναι βιωμένα") κι όχι στη φαντασία, σε χρόνο υπαρκτό, αν και κάπως ασαφή. Ισως σε μια πραγματικότητα που γινεται ποιητική, εχοντας ως αφετηρια ρεαλιστικο περιβάλλον αλλά οι συνθηκες του, το καταστασιακό θα έλεγα, ο ρεαλισμός του, υπονομεύεται διαρκώς ώστε να δημιουργει αμφισημιες και παράδοξες διαδοχες εικόνων, όπου αυτό που είναι γνωστό κι ευκολα θα αναγνωρίζαμε μέσα σε ένα αναμενομενο context, ξαφνιάζει έτσι όπως παρουσιάζεται μέσα στο κείμενο, μέσω της γλώσσας, γινεται «ανοικείο» και παράξενο.
O Γονατάς, από την πρώτη του εκδοτική προσπαθεια, τον Ταξιδιώτη (1945), η υποδοχή του οποίου ήταν μετρια και αποθαρρυντική μαλλον, μεχρι και περιπου τη δεκαετια του 80, έπεσε στην αφανεια. Φανταζομαι ότι εκτός από την απροκάλυπτη
μη προσπάθειά του να ενταχθει κάπου πολιτικά (αν και προερχόταν από οικογένεια πολιτικών -ανιψιός του Στυλιανού Γονατα), συνετέλεσε αρκετά και η δυσκολία στην ειδολογική κατάταξη του έργου του αλλα και του ίδιου να ακολουθησει και να υπηησει καποιο συγκεκριμένο λογοτεχνιο είδος. Προκειται για πεζογράφο; Προκειται για ποιητή; Και τι ειδους ποιητη; Από τον υπερρεαλισμο δανειζεται στοιχεία, όμως δεν είναι υπερρεαλιστής ή συμβολιστης. Κι αν κάτι εχει δανειστεί από τους πρώτους υπερρεαλιστές είναι η λειτουργία της εικονας στην ποιηση, ετσι όπως την αποκαλυπτει σε ένα κείμενό του ο Πιέρ Ρεβερντυ [το οποιο, ολοκληρο, εινια πάρα πολύ γοητευτικο, όμως, το παρακάτω αποσπασμα συνοψίζει ακριβως τον τρόπο που διαβαζεται (sic) εντός μου κάθε κείμενο του Γονατα. Διαβαζεται, εγγράφεται, αποτυπώνεται:]
Η εικόνα
Δεν μπορει να γεννηθεί από μια σύγκριση, αλλά από το πλησίασμα δυο πραγματικοτητων λιγότερο ή περισσότερο απομακρυσμένων.
«Η εικόνα είναι μια δημιουργία του πνευματος.
Οσο περισσότερο οι σχέσεις των δυο πραγματικοτητων που ηρθαν κοντά είναι απόμακρυσμένες αλλά ισότιμες, τόσο περισσότερο η εικόνα θα είναι δυνατή – τόσο μεγαλύτερη θα είναι η συγκινησιακή της δυναμη και η ποιητική της πραγματικότητα.
Δυο πραγματικότητες που δεν έχουν καμία σχέση δεν μπορουν να πλησιαστουν με τροπο επωφελη. Δεν θα προκυψει δημιουργία εικονας. Δυο άσχετες πραγματικότητες δεν μπορουν να ερθουν κοντά. Ερχονται σε αντίθεση.
Σπάνια προκύπτει δύναμη από μια τετοια αντιθεση.
Μια εικόνα εχει ισχύ όχι επειδή είναι βιαιη ή φανταστικη – αλλά επειδή ο συσχετισμος των ιδεών είναι σωστα απόμακρος».
σελ.109-110
Μεγάλος θαυμαστης και φανατικος αναγνωστης του Μπορχες, του Φλωμπερ, αλλά και του Τηκ όπως και του Χοφμανν, του Πόε και του Γκωτιε, ο Γονατας θαυμαζε επίσης πολύ και τον Νικο Εγγονοπουλο,τον Καχτιτση, τον Κλέωνα Παρασχο και με τον Παπαδιτσα υπήρξαν εγκαρδιοι φιλοι και εκδότες του περιοδικου Πρώτη Υλη, μεσω του οποίου γνωρισε στο ευρυτερο κοινο ποιητές που ο ιδιος θαυμαζε πχ Ivan Goll (ποιηματα του οποιου μετεφρασε και εξεδωσε) τον Porchia (μερος του Voces σταχυολόγησε και μετεφρασε και για το οποίο κέρδισε το Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης) αφορισμους του Lichtenberg (το πολύ γνωστό Πιπέρι και Σπασμένες γραμμες).
Χαρη στον Γονατά, κυκλοφόρησαν σε επιτομη εκδοση τα
Γραπτά του Γιώργου Μακρη, τα οποία καταφερε να ταξινομήσει και να βάλει σε σειρα. A propos, το βιβλιο αυτό είναι χρόνια εξαντλημενο και -συμφωνα με την συγγραφέα- επίκειται επανέκδοσή του. Είναι εντυπωσιακο πόσο πολύ τον εκτιμουσαν όλοι τον Μακρη. Αντιγράφω τα λογια του Τάσου Δενέγρη, ποιητη και μεταφραστη, από το βιβλιο της κας Αμπατζοπούλου:
«Ο Μακρής ήταν μοναδικός. Εζησε χωρίς σπίτι, χωρίς επάγγελμα, χωρις ακαδημαϊκές διακρίσεις, χβρίς γραπτό λογο, σε μια κοινωνία κυριαρχημενη από την ιδιοκτησία, το συμφέρον, τη ματαιοδοξία και τους νόθους τίτλους. Σαν τους Έλληνες της κλασικης εποχής σκόρπισε απλοχερα το πμεύμα του στη συζήτηση, με πολλαπλά περιεχόμενα κι απλοποιημένη μορφή. Η Καινη Διθήκη, ο Μαργμ ο Φρόυδ, ο Ντος Πάσος, ο Μαλκολμ Λόουρυ, ο Εμφύλιος, ο Μάο, ο Σαρτρ, η ισόητα των φύλων, ο Πλάτων, ο Ντεκαρτ, ο Λούθηρος, οι Μπητνικς, ηταν μερικά από τα θεματα. Ανοιχτό Πανεπιστήμιο! Αλλά δεν ήτνα μονο αυτό. Ηταν προτροπές για βαθύτερο ήθος, για φιλία, για γλέντι. Ητνα τα κηρύγματά του ενάντια στο Δογματισμο, το Φασισμό, τον Ρατσισμο, και μάλιστα σε επίπεδο της καθημερινής πρακτικης ή, για να το πούμε πιο απλά, στο Φασιστα, στον Ρατσιστή και στον Δογματικο που υπάρχει μέσα μας» Σελ. 288
Όπως ο ιδιος στάθηκε η αφορμή για να γινουν ευρυτερα γνωστο το εργο αυτων των ποιητων και συγγραφέων, τα σχολια τοσο του Εγγονοπουλου όσο και του Παπαδημητρακόπουλου σταθηκαν αφορμη να αναζωπυρωθει αφενός το ενδιαφερον για το εργο του, αφετερου να αποκατασταθουν οι χλιαρες, κακοπιστες και κακογραμμένες ενίοτε, κριτικές που του ασκηθηκαν από διαφορους συγκαιρινούς του. Εστω και όψιμα, ο Γονατας νομιζω αποκατασταθηκε και πήρε τη θεση που του αξιζει στην ελληνική λογοτεχνία.
Καπου στο μυαλο μου υπήρχε πάντοτε το όνομά του Ε.Χ Γονατάς, ως τετοιο μονο, ώς ονομα, ως εικονα από κάποιο μονόχρωμο εξώφυλλο βιβλιου του των εκδόσεων Στιγμη. Μπορει και από το Voces που διαβασα πριν μερικά χρόνια, δεν ξέρω, Όμως, η αφορμή για να αγοράσω το πρωτο βιβλιο, την Κρυπτη, ήταν η ζωηρη αναφορά σε αυτόν -σε κάποια Συλλογή Κειμένων του- από τον διηγηματογράφο Ηλία Παπαδημητρακόπουλο. Δεν ημουν καν προετοιμασμένη για το περιεχόμενο των βιβλίων του, πώς ή τι εγραφε, απλώς το πήρα. Ουτε είναι ευκολο να λεκτικοποιήσω σωστα τί αισθανθηκα και τι αισθάνομαι, κάθε όποτε διαβαζζω τα κείμενά του. Για αρχή, το πρώτο μερος της Κρυπτης, με τα πολύ συντομα σφηνάκια κείμεανα, σκάσαν και σκανε μέσα μου σαν χειρομπομπιδες, που λεει κι ο Γκανας, προκαλώντας μου απανωτες εκρηξεις χαρας. Πώς είναι εκεινες οι καραμελιτσες, οι πολύ μικρουλες, μεσα σε σακουλάκι, που τις ριχναμε στο στομα και σκαγανε;; Σαν ποπ κορν; Ε, αυτό μου προκαλεσε η Κρυπτη. Δεν ψαχνω να βρω κανένα νοημα πίσω από τις λέξεις και τις εικονες, δεν προσπαθω να ερμηνεύσω τίποτε παρολο που καταλαβαινω σε καποια από τα κείμενά του ότι δεν είναι τυχαία π.χ. η ονοματοδοσία των ηρώων του. Για να χρησιμοποιησω πάλι τα λογια της συγγραφέως «τα κείμενα του Γονατά είναι εντονα φορτισμένα με συγκίνηση που διαχέεται στις αισθησεις μας οπτικά και απτικά, μεσα από τις εικόνες της φύσης και των προσώπων και μέσα αο τις άφθαστα επιβλητικές σκηνοθεσίες του» σελ 299
Χωρις να υπάρχει καποιος λόγος, χωρις να τον εχω δει σε φυσική μορφη, να μιλάει, να εκφραζεται κλπ, οσο προχωρούσα τα βιβλία του και τα διαβαζα το ένα μετά το άλλο, στο μυαλό μου ειχα πλάσει έναν πάρα πάρα πολύ γλυκό άνθρωπο, τετοιο περιγραμμα του ειχα δωσει, χωρις να το επιδιώκω. Και τόσο αυθαιρετα, όσο αυθαιρετα, ως παιδάκι, πίστευα ότι οποιος άντρας εχει μουστάκι, είναι καλος. Παρολ’ αυτά, αυτή μου η αστήριχτη πεποιθηση για τον Γονατα ενισχυθηκε ακόμη περισσότερ κι ακομη πιο αστηριχτα, από την ανάγνωση του βιβλιου της κας Αμπατζοπουλου.
Προφανως, δεν προπαγανδιζω υπέρ του Γονατα, όμως ενιωσα ότι ηθελα να γραψω 2-3 λογια γι αυτόν, με αφορμη το βιβλιο που διαβασα αλλά και με το πώς με κανει να αισθανομαι κι εμενα. Νομιζω ότι το βιβλιο είναι εξαιρετικο, ιδιαιτερου ενδιαφέροντος και θα εκτιμήσουν πολύ οι φανατικοι του αναγνωστες