Πολυτονικό σύστημα: Έπρεπε ή όχι να καταργηθεί;

"...Τα αποσιωπητικά (...) σημειώνονται όταν δεν τελειώνουμε τη φράση. Επίσης όταν σε παράθεμα από συγγραφέα παραλείπομε ένα τμήμα φράσης ή και φράσεις ολόκληρες στις περιπτώσεις αυτές τα αποσιωπητικά τοποθετούνται μέσα σε αγκύλες.
Με τα αποσιωπητικά δηλώνεται επίσης θαυμασμός, ειρωνεία, συγκίνηση, φόβος, δισταγμός, ντροπή, περιφρόνηση, απειλή κτλ., για όσα θα σημειωθούν αμέσων κατόπιν, π.χ.: «Μην ξανάρθεις αδιάβαστος, γιατί...» «Κι έπειτα... έπειτα όλα τέλειωσαν.»
Aποσιωπητικά σημειώνομε, σ' ορισμένες περιπτώσεις, και μετά από θαυμαστικό ή ερωτηματικό, στις περιπτώσεις αυτές δείχνουν ένα σταμάτημα στην ομιλία, π.χ.: «Και τι δε θα 'κανα! ... Φτάνει να μ' άφηνες.» «Πώς μας θωρείς ακίνητος; ...»
Αποσιωπητικά χρησιμοποιούμε και στην περίπτωση δισταχτικής ομιλίας, χωρίς ν' αποσιωπούμε τίποτα, προκειμένου να τονιστούν εκείνα που θ' ακολουθήσουν...."
 
Last edited:
Δεν θα επηρεάσει τον τρόπο που προφέρω εγώ τη γλώσσα, αλλά με ενδιαφέρει να ξέρω πώς προφερόταν η κάθε λέξη αρχικά. Αυτή δεν είναι η δουλειά των τόνων και των πνευμάτων ή κάνω λάθος; Δεν λέω ότι θα ήθελα και να γράφω έτσι,αλλά από ιστορική σκοπιά θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να ξέρει κανείς.

Λορένα,φαντάζομαι θα υπάρχουν βιβλία, ενώ και σε φροντιστήρια αρχαίων ελληνικών μπορεί κανείς να αποτανθεί...
Κάποιος μπορεί να δει και την Εράσμια προφορά, την οποία πολλοί (και εγώ) αμφισβητούν. Αρκεί να χρησιμοποιήσεις μια μηχανή αναζήτησης και θα βρεις πολλά στοιχεία.

Δες πχ κάτι που βρήκα στο διαδίκτυο. Υποτίθεται είναι από τη μεγάλη χίμαιρα του Καραγάτση, αλλά επειδή προσωπικά δεν την έχω διαβάσει δεν παίρνω και όρκο...

"Τον κοιτάει. Είναι νέος – πολύ νέος για καπετάνιος – ως τριάντα χρονών. Όμορφος ΄άντρας, με κορμί αρμονικό και πρόσωπο αδρό μα γλυκό, όπου γυαλίζουν δυο μάτια χρυσαφιά, χαμογελαστά και εξυπνότατα. «Ένας Έλληνας. Έτσι πάντα φανταζόμουν τους Έλληνες. Πρέπει να του μιλήσω ελληνικά».

- Ναουκλερέ καλέ καγκατέ, Χαϊρέ!

Ο καπετάνιος σαστίζει.

- Παρντόν, μαμζέλ. Δεν καταλαβαίνω τι λέτε. Μιλώ γαλλικά, αγγλικά, ιταλικά…

- Πώς! Ελληνικά δεν ξέρετε;

- Διάβολε! Είμαι Έλληνας.

- Η φράση που σας είπα είναι ελληνική. Αρχαία ελληνική.

- Δεν αποκλείεται. Αλλά…

- Τι εννοείτε; Σας βεβαιώνω ότι γνωρίζω πολύ καλά τη γλώσσα των προγόνων σας.

- Εγώ ομολογώ πως δεν είμαι τόσο δυνατός στη γλώσσα των προγόνων μου. Έχετε την καλοσύνη να ξαναπείτε τη φράση;

- Ευχαρίστως. Ναουκλερέ καλέ καγκατέ, Χαϊρέ!

Ο καπετάνιος αναστενάζει, πολύ στενοχωρημένος. Βγάζει από την τσέπη του ένα σημειωματάριο και ένα μολύβι.

- Παρακαλώ, δεν την γράφετε εδώ; Άμα την δω γραμμένη, ίσως την καταλάβω…

Με χέρι νευρικό, γράφει τη φράση. Ο καπετάνιος τη διαβάζει, και ξεσπάει σε γέλιο ομηρικό.

- Ναύκληρε καλέ καγαθέ, χαίρε! Έτσι προφέρεται, κι όχι όπως το είπατε.

- Μιλώ με την ερασμιακή προφορά. Η δική σας, καθώς βλέπω, είναι εντελώς αλλιώτικη.

- Είναι η σωστή. Μου την εξήγησε ο μικρός αδερφός μου, ένας νέος με μεγάλη μόρφωση. Το αποδείχνει, λέει, η μετρική, η προσωδία…

Απόμειναν σιωπηλοί. Κοιτάζονταν και χαμογελούσαν. Κι η Μαρίνα είπε:

- Με συγχωρείτε που σας ενοχλώ, μα δεν έτυχε ποτέ να γνωρίσω Έλληνες. Είδα, λοιπόν, το πλοίο σας, το «Ιμαϊρά»…

- Πώς είπατε; Ιμαϊρά;

- Βεβαίως. Έτσι δε λέγεται το πλοίο σας;

- Όχι, δεσποινίς. Λέγεται Χίμαιρα. Χίμαιρα."
 

Φαροφύλακας

Υποθετικός Σοφέρ
Προσωπικό λέσχης
Στο μονοτονικό θεωρώ λάθος την κατάργηση των τόνων στις μονοσύλλαβες. Για να εξηγήσω τι εννοώ, πολύ διαφορετικά μπορεί να ερμηνευτεί μία φράση εξαιτίας ενός τόνου και αλλιώς λόγω έλλειψης αυτού. Πχ:

Το δώρο μου φάνηκε πολύ φτηνιάρικο.

Βάζω τόνο:

Το δώρο μού φάνηκε πολύ φτηνιάρικο.
Ρέα, στο μονοτονικό δεν έχει καταργηθεί παντελώς ο τόνος στις μονοσύλλαβες. Υπάρχει κανόνας που καλύπτει το παράδειγμα που δίνεις και μας λέει πως όταν η αντωνυμία είναι προσωπική και ανήκει στην λέξη που έπεται, για να μη υπάρχει σύγχυση, πρέπει να μπει τόνος, ακριβώς όπως τον έβαλες στο δεύτερο παράδειγμά σου. Δεν υφίσταται δηλ. πλήρης κατάργηση τού τόνου στις μονοσύλλαβες.

Πολυτονικό όμως.... Νομίζω ότι δεν χρειάζεται. Άλλο η επίδραση μακρών και βραχέων φωνηέντων στη προφορά. Για αυτό πχ δεν θα συμφωνούσα με την υπεραπλούστευση της γλώσσας και την κατάργηση ων η, ω, υ, αι, ει, οι κλπ.
Καταρχήν, να σημειώσω πως η φράση σου αυτή δεν είναι ακριβής. Άλλο πράγμα η απλούστευση τής γραφής και άλλο η απλούστευση τής γλώσσας. Με το να απλοποιηθεί η γραφή δεν σημαίνει πως απλοποιείται και η γλώσσα. Το ίδιο πράγμα κάναν και οι Αρχαίοι όταν μετέβησαν από την Γραμμική Β΄ στο φωνητικό αλφάβητο.

Κι έπειτα να σου πω πως στην σημερινή προφορά δεν υπάρχει καθόλου διάκριση μεταξύ μακρών και βραχέων, όπως θα σε διαβεβαιώσει άλλωστε κάθε γλωσσολόγος (εγώ βέβαια δεν είμαι).

Άλλοι είναι οι λόγοι που διατηρούμε την ιστορική ορθογραφία.

Έπειτα, νομίζω πως αυτό που λέει η Λορένα για τα σημεία στίξης είναι πως σήμερα, τα έχουμε μεταβάλει λίγο εδώ στον Παγκόσμιο Ιστό. Συχνά χρησιμοποιούμε, για παράδειγμα, διπλές τελείες ".." κάτι σαν άνω-τελεία, σαν μικρή ή αβέβαιη παύση, εκτιμώ. Εγώ τις χρησιμοποιώ πολύ. Επίσης χρησιμοποιούμε τον συνδυασμό ερωτηματικού και θαυμαστικού ";!" ή "?!" για να αποδώσουμε μια ερώτηση έκπληξης ή θαυμασμού καλύπτοντας έτσι περιπτώσεις που δεν καλύπτονται από την συμβατική στίξη που υπάρχει στην Γραμματική.

Για τον επιτονισμό δες κι εδώ.

Για την Ερασμιακή προφορά ίσως θα πρέπει να ασχοληθούμε σε νέο νημάτιο. Το κείμενό σου μου θύμισε μια φορά στο λεωφορείο που ένας γνωστός μου Ολλανδός θέλησε να μου επιδείξει την ελληνομάθειά του εκφέροντας "γκούμνος" και εννοώντας "γυμνός" :)))) (φαντάζομαι πως θα του ετυμολόγησε κάποιος το Gymnasium).

Η αλήθεια είναι πως ο ουμανιστής Ολλανδός Έρασμος μάς άνοιξε τα μάτια όσον αφορά την προφορά των Αρχαίων. Τα λογικά του συμπεράσματα και η επιχειρηματολογία του άνοιξαν το πεδίο για περαιτέρω μελέτη πάνω στο συγκεκριμένο θέμα.

Θα παραπέμψω στο σχετικό άρθρο τής Βικιπαίδειας (το οποίο είναι αξιόπιστο καθώς έχει σημαντική συμμετοχή από τον Δρ. Μωσέ) και θα παραθέσω από εκεί την εξής παρατήρηση:

H ερασμική προφορά δεν ταυτίζεται επακριβώς με την επανασυντεθειμένη / αποκατεστημένη αρχαία προφορά, παρ’ ότι βρίσκεται εγγύτερα σε αυτήν από την υστεροβυζαντινή / νεοελληνική αντίστοιχη.
 
Μα το θέμα το θέτω ακριβώς για την προφορά και τη μουσικότητα του σημερινού λόγου. Και εξηγούμαι: ίσως όχι στον καθημερινό λόγο. Αλλά στον στον έμμετρο λόγο, στην απαγγελία, στην ποίηση. Εκεί που χρειάζεται η μουσικότητα της γλώσσας. Για μένα είναι κάτι σαν την αριθμητική: θα χρησιμοποιήσω το κομπιουτεράκι εφόσον έχω μάθει πρόσθεση, αφαίρεση, διαίρεση και πολ/σμό. Το οτι η καθημερινότητα επιβάλει την απλοποίηση και την ευκολία, δεν σημαίνει ότι χάθηκε η επαφή.

Σχτικά με τους κανόνες του μονοτονικού, τελικά είμαι πολύυυυ πίσω... Κουλούρα.
 
Είναι κι αυτό ένα αρκετά πολύπλοκο θέμα, ανάλογο του τελικού -ν. Διαπίστωσα ότι κι εδώ υπάρχουν "σχολές". Αρκετοί (φιλόλογοι) βάζουν τόνο μόνο στο διαζευκτικό "ή" και προτιμούν να συνδέουν με παύλα το εγκλιτικό, όταν δεν ανεβάζει τον τόνο στην προηγούμενη λέξη (π.χ. το δώρο-μου). Άλλοι τον βάζουν μόνο όταν υπάρχει κίνδυνος παρανόησης. Στην τελευταία όμως περίπτωση, ο "κίνδυνος" είναι κι αυτός σχετικός, αφού είναι πολύ πιθανό να γίνει κατανοητό τι εννοεί ο συγγραφέας στις επόμενες λέξεις [πόσες όμως;] Ελπίζω οι καινούργιες γραμματικές να μας ευυθυγραμμίσουν σε ένα κοινά αποδεκτό τρόπο γραφής, γιατί κι αυτές μέχρι τώρα έχουν αρκετά σκοτεινά σημεία. Εκείνοι πάντως που ταλαιπωρούνται σήμερα περισσότερο είναι ο μαθητές, που δεν ξέρουν τι πρεσβεύει ο διορθωτής τους.

Όσο αφορά στη μουσικότητα και το μέτρο του λόγου, το πολυτονικό πια δεν μπορεί να εξυπηρετήσει, ακριβώς γιατί αυτή η μουσικότητα έχει εντελώς διαφορετική μορφή από την αρχαία εποχή και η λέξη σήμερα χρησιμοποιείται μεταφορικά.
 

Φαροφύλακας

Υποθετικός Σοφέρ
Προσωπικό λέσχης
Αυτό με το ενωτικό στα εγκλιτικά νομίζω πως απαντά πραγματικά πολύ σπάνια. Στο σχολείο υπάρχει σχολική Γραμματική και οι φιλόλογοι βαδίζουν βάσει αυτής, οπότε πέραν κάποιου αληθινά δύστροπου καθηγητή νομίζω πως οι μαθητές δεν πρέπει να μπερδεύονται.

Σωστή και η παρατήρησή σου για την μουσικότητα, Δροσούλα, με πρόλαβες. Τελείως άλλο πράγμα εννοούμε όταν λέμε πως στα Αρχαία υπήρχε μουσικός τονισμός από κάποια μουσικότητα που μπορεί να προσδώσει σήμερα κάποιος στην φωνή του όταν μιλάει, τραγουδάει ή απαγγέλει.

Επίσης πιστεύω πως από την ποίηση και γενικότερα από την απαγγελία μπορεί να λείπει η οποιαδήποτε μουσικότητα.
 

Φαροφύλακας

Υποθετικός Σοφέρ
Προσωπικό λέσχης
Εν κατακλείδι, (πάλι δοτική) είμαι φανατικά υπέρ της αδιαίρετης και συνεχούς ροής της ελ. γλώσσας και οι κάθε είδους επεμβάσεις, δεν κάνουν τίποτε άλλο από αυτό που είπες πάρα πάνω για το "αδεία" δηλ. μας καταντούν αδαείς κι εμείς χαιρόμαστε, γιατί "μας βγάλανε τα δύσκολα", όπως συνέβει με την κατάργηση του πολυτονικού.
Νομίζω πως το πολυτονικό δεν έχει τίποτα να κάνει με την αδιαίρετη και συνεχή ροή της ελ. γλώσσας. Ένα σύστημα τονισμού ήταν, παντελώς ξεκομμένο από την ιδιοσυγχρονία της γλώσσας.
 
Θα μου επιτρέψεις να διαφωνήσω. Το θέμα είναι πολύ βαθύ για να το ξεπετάμε με κάποιους αφορισμούς εκατέρωθεν. Όποιος έχει όρεξη και ενδιαφέρον ας διαβάσει τα παρακάτω:

Ομιλία του Δ. Σαββόπουλου για το ελληνικό τραγούδι (1988)
Τα ελληνικά ως τραγούδι.
Μέρος 1ον

Τὰ ἑλληνικὰ εἶναι τραγούδι, ὄχι ἁπλῶς καὶ μόνον ἐπειδὴ ἡ ἐκφορά τους διαθέτει πλούσιο κυματισμό· κι ἄλλες γλῶσσες ἠχοῦν ὄμορφα. Τὰ ἰταλικὰ π.χ. δὲν ὑστεροῦν ἀπ᾿ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως. Κάθε γλῶσσα ἔχει τὸν ἦχο της. ῞Ομως μόνον ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶναι τραγούδι, ἐπειδὴ μόνον ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ἔχει συνείδηση τοῦ ἑαυτοῦ της ὡς τραγουδιοῦ. Τὸ ἀποτύπωμα αὐτῆς τῆς συνείδησης εἶναι οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα τῶν Ἀλεξανδρινῶν.

Συχνὰ ἀκοῦμε: Μὰ τὰ ἑλληνικὰ στὴν ἀρχὴ δὲν εἶχαν τόνους. Πράγματι, τί νὰ τοὺς ἔκαναν; Μιὰ φωνὴ ποὺ μπορεῖ νὰ τραγουδᾶ χωρὶς συνείδηση εἶναι χαρὰ Θεοῦ. Κάποτε ὅμως τὰ ἑλληνικὰ ἁπλώθηκαν· «ὣς μέσα στὴν Βακτριανὴν τὰ πήαμεν, ὣς τοὺς Ἰνδούς...» οἱ ὁποῖοι πῆραν μὲν τὰ ἑλληνικά, ἀλλὰ ἄμουσα. Κι ἔτσι ἔδωσαν τὴν λαμπρὴ εὐκαιρία στοὺς ῞Ελληνες νὰ συνειδητοποιήσουν ὅτι ἡ βάση τῶν ἑλληνικῶν εἶναι βάση καθαρὰ μουσικοποιητικὴ καὶ χωρὶς αὐτὴν τὰ ἑλληνικὰ ἦταν ἁπλῶς μιὰ γλῶσσα τόσο φριχτὰ διαφορετικὴ ὥστε ν᾿ ἀναγκαστοῦν οἱ Ἀλεξανδρινοὶ νὰ χαράξουν μέσα της, γιὰ πρώτη φορά, πνεύματα καὶ τόνους, ποὺ σὰν μουσικὰ σημάδια ἀπεικονίζουν τὴν ἀρχετυπικὴ φωνὴ ἀπ᾿ ὅπου ἀναβλύζουν τὰ ἑλληνικὰ ἐπὶ αἰῶνες. Οἱ ᾽Αλεξανδρινοὶ χρειάστηκαν γι᾿ αὐτὴν τὴν ἐργασία τρεῖς αἰῶνες. Πῶς νὰ φαντασθοῦν, ὅτι ἀπόγονός τους, ὀνόματι Βερυβάκης, θὰ ἔκρινε τὴν ἐργασία τους περιττὴ καὶ θὰ τὴν ἀπέρριπτε ἐν μιᾷ νυκτί!

Ὁ λόγος τῆς εἰσήγησής μου, θά ᾽θελα νά ᾽ναι λόγος ὑπὲρ τῆς ἐπιστροφῆς τῶν τόνων. Στέκω ἀντίθετος πρὸς τὸ μονοτονικό. Μεταβάλλει τὴν γλῶσσα σὲ δάσος καμμένο κι ὄχι μόνο ἀπὸ ὀπτικῆς πλευρᾶς. Διαφοροποιεῖ βαθύτερα τὴν ἀντίληψή μας γιὰ τὴν γλῶσσα, τὴν ὁποία ὑποβιβάζει σὲ κώδικα τῆς τροχαίας, ἀγνοώντας ὅτι δὲν μιλᾶμε γιὰ νὰ πληροφορήσουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, διότι ἂν ἦταν ἔτσι θὰ μᾶς ἀρκοῦσαν οἱ εὔγλωττες χειρονομίες τοῦ συμπαθοῦς κυρίου ποὺ στέκει πίσω ἀπ᾿ τὴν ἐκφωνήτρια τῆς ΕΡΤ στὸ δελτίο εἰδήσεων, ἀπευθυνόμενος σὲ κωφαλάλους. Μιλώντας πραγματοποιοῦμε ἕνα θέατρο τοῦ λόγου, ποὺ ἡ ἀλήθεια του πηγάζει ἀπ᾿ τὸ βάθος τῆς φωνῆς μας. Οἱ τόνοι τῶν Ἀλεξανδρινῶν αὐτὴ τὴν ἀλήθεια προσπάθησαν νὰ μνημειώσουν, ἐνῶ τὸ μονοτονικό, εἴτε ἀπὸ ἄγνοια, εἴτε σκόπιμα, σβήνει τὴν συνείδηση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος. Τὸ ἑπόμενο βῆμα λοιπὸν θά ᾽ναι ἡ κατάργηση τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας, ἡ ἐπιβολὴ ἑνὸς μοναδικοῦ ο κι ἑνὸς μοναδικοῦ ι. Τότε θά ᾽ρθει καὶ τὸ λατινικὸ ἀλφάβητο. Ἡ λογικὴ τοῦ μονοτονικοῦ θὰ ἐπιταχύνει τὸν ἐκφυλισμὸ τῆς γλώσσας ἀπὸ ἄποψη φωνολογίας, πρὸς τὴν κατεύθυνση μιᾶς νέας ὁμιλίας ποὺ ἀκούγεται ἤδη ἀπ᾿ τὶς μεταγλωττισμένες τηλεοπτικὲς σειρές. Ἐκεῖ, ἕλληνες ἠθοποιοί, «ντουμπλάρουν» ὅπως λέμε, σὲ ἑλληνικὴ μετάφραση, τοὺς διαλόγους τῶν ἡρώων τῆς ξενόγλωσσης ταινίας, προσπαθώντας νὰ ἐκφέρουν τὶς λέξεις σύμφωνα μὲ τὸν ρυθμὸ στὸν ὁποῖο τοὺς ἀναγκάζει τὸ ἀνοιγόκλειμα τῶν χειλέων τοῦ εἰκονιζομένου. Καὶ ἐπειδὴ αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον ἄνευ βιασμοῦ, κι ἐπειδὴ τὸ αὐτὶ τοῦ ἠθοποιοῦ-μεταγλωττιστῆ βομβαρδίζεται ἀπὸ τὸν ἦχο τῆς ξένης φωνῆς ποὺ ἐπαναλαμβάνεται ἄπειρες φορὲς στὸ μαγνητόφωνο, ὥσπου νὰ πετύχει ὁ συγχρονισμός, γι᾿ αὐτὸ ἀκοῦμε ἐν τέλει παράδοξα ἑλληνικά· τὰ ἑξῆς:

—ἨτανμιαθαυμάσιαεμπειρίαδενσυμφωνείςΚρίστοφερώώΚρίστοφερ!

—Ἀληθινάθασυμφωνήσωμαζίσου, Λώωωωρα!

᾽Εξ ἄλλου, τόνικότητες πέριεργες διαθέτει καὶ ὁ πρωθυπουργός μας, ὁ ὁποῖος εἶναι «πόλυ σύγκινημενος που ἡ πάγκοσμια κοίνη γνώμη κάταδικασε τὸ ψεύδοκρατος τοῦ Ντόκτας». Ἀναπάντεχα ἑλληνικὰ ἀκούγονται ἐπίσης καὶ ἀπὸ ἀξιόμαχους ἡγέτες τῆς ἀντιπολίτευσης ποὺ βλέπουν μιὰ προεκλογική τους συγκέντρωση νὰ φτάνει μέχρι «τὴν ὁδὸ Πανεπιστήμιου», ὁπότε καὶ τὴν χαρακτηρίζουν «μεγαλειώδικη».

Πρέπει νὰ σᾶς πῶ ὅτι δὲν ἤμουν πάντοτε ὑπὲρ τῶν τόνων. Τοὺς θεωροῦσα διακοσμητικὰ στολίδια, κατάλοιπα ἄλλων ἐποχῶν, ποὺ δὲν χρειάζονται πιά. Καὶ καθὼς δὲν ἤμουν ποτὲ καλὸς στὴν ὀρθογραφία, τὸ μονοτονικὸ μὲ διευκόλυνε. Βέβαια ἡ γλῶσσα χωρὶς τόνους φάνταζε στὰ μάτια μου σὰν σεληνιακὸ τοπίο, ἀλλὰ νόμιζα ὅτι αὐτὸ ἦταν μιὰ προσωπική μου ἐντύπωση, θέμα συνήθειας. ῞Ωσπου συνέβη τὸ ἑξῆς: Εἶχα βρεθεῖ γιὰ ἕνα διάστημα νὰ ἀκούω συστηματικά, καινούργια, ἀνέκδοτα τραγούδια, ἐπωνύμων καὶ ἀνωνύμων, γιὰ λογαριασμὸ τῆς δισκογραφικῆς ἑταιρίας Λύρα, προκειμένου αὐτὴ νὰ τὰ ἠχογραφήσει ἢ νὰ τὰ ἐπιστρέψει στοὺς συνθέτες. Εἶναι δύσκολο ν᾿ ἀπορρίπτεις κι ἀκόμα δυσκολότερο νὰ ἐξηγεῖς τὸ γιατί. Ὅταν βέβαια τὸ τραγούδι εἶναι τετριμμένο ἢ ἄτεχνο, ἡ ἐξήγηση εἶναι εὔκολη. Μοῦ συνέβη ὅμως νὰ δῶ τραγούδια ὅπου οἱ στίχοι δὲν ἦταν ἄσχημοι καὶ ἡ μουσικὴ δὲν ἦταν τυχαία, ἐπὶ πλέον ταίριαζε θεματικὰ καὶ μὲ τοὺς στίχους. Κι ὅμως τὸ τραγούδι συνολικὰ δὲν «κύλαγε» ὅπως λέμε· ὁπότε τὸ ἐπιστρέφαμε στὸν ἐνδιαφερόμενο μὲ διάφορες ἀσάφειες καὶ ὑπεκφυγές. Τὸ πράγμα μὲ ἀπησχόλησε. Ἔφερνα στὸ μυαλό μου μεγάλες ὡραῖες ἐπιτυχίες, παλιὰ τραγούδια —πράγμα ποὺ κάνω ἄλλωστε συχνά, μήπως καὶ βρῶ τὸ μυστικὸ τῆς ἐπιτυχίας— καὶ τὰ συνέκρινα μ᾿ αὐτὰ ποὺ ἀπέρριπτα, ὥσπου μετὰ ἀπὸ μῆνες διεπίστωσα κάτι πολὺ ἁπλό: ῞Οταν μιὰ μουσικὴ μετατρέπει συστηματικὰ τὶς μακρὲς συλλαβὲς σὲ βραχεῖες, ἢ ὅταν ἀνεβάζει τὴν φωνὴ ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ἁπλῶς μιὰ περισπωμένη, ἐνῶ τὴν κατεβάζει συστηματικὰ ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει ψιλὴ ὀξεῖα, ὅταν δηλαδὴ ἡ μουσικὴ κινεῖται ἀντίθετα —προσέξτε, ἀντίθετα ὄχι στὸν ρυθμὸ τοῦ ποιήματος, ἀλλὰ ἀντιθετα στὶς ἀναλογίες τονισμοῦ κι ἀντιθετα στὴν ὀρθογραφία του— τότε ὅσο ἔξυπνη καὶ νά ᾽ναι, κάνει τὸ τραγούδι δυσκίνητο καὶ ἀσθματικό. Στὰ πετυχημένα τραγούδια δὲν συμβαίνει αὐτό. Βέβαια, ὅταν γῥάφει κανεὶς πάνω σ᾿ ἕναν ρυθμὸ ἢ σ᾿ ἕνα μουσικὸ δρόμο, πρέπει νὰ ἀκολουθήσει τὰ καλούπια τους, ὁπότε θὰ ὑπάρχουν σημεῖα ὅπου αὐτὴ ἡ πεῖρα ποὺ περιέγραψα δὲν τηρεῖται. Αὐτὸ ὅμως θὰ συμβεῖ μόνο ὅταν δὲν γίνεται αλλοιῶς. Καὶ πάντα ἡ βιασμένη λέξη θὰ τοποθετεῖται ἔτσι ὥστε νὰ προηγοῦνται καὶ νὰ ἕπονται ἐπιτυχεῖς στιγμές, ὥστε νὰ μειώνεται ἡ ἐντύπωση τῆς ἀτασθαλίας, ἡ ὁποία ἔτσι συνδυασμένη ὠφελεῖ, διότι τὸ τραγούδι ἀλλοιῶς θά ᾽ταν μηχανικό. Κάτι τέτοιο δὲν τό ᾿χα προσέξει. Καὶ ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ αἰσθάνθηκα ὅτι οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα ἴσως νὰ μὴν ἦταν διακοσμήσεις, ἴσως νὰ εἶχαν λόγο.
 
Μέρος 2ον


Μ᾿ αὐτὲς τὶς σκέψεις, πῆγα στὸ στούντιο ἠχογραφήσεων καί, σ᾿ ἕνα κενὸ ἐργασίας, εἶπα στὸ μαγνητόφωνο μιὰ φράση ποὺ τὴν διάλεξα ἐντελῶς τυχαῖα, μὲ μοναδικὸ κριτήριο, λέξεις μὲ ὅσο γίνεται μεγαλύτερη ποικιλία πνευμάτων καὶ τόνων. Νά ἡ φράση. ᾽Ακοῦστε την:

(Μαγνητόφωνο) «ἀπ᾿ τ᾿ ἄνθη τοῦ Μαγιοῦ ἐλαφρὲς πνέουν οἱ αὖρες»*.

῎Εκοψα τότε μὲ τὸ ψαλίδι τὴν μαγνητοταινία, γιὰ νὰ προσθέσω «ταινία σιωπῆς» ἀνάμεσα στὶς λέξεις καὶ νὰ τὶς ἀπομακρύνω μεταξύ τους. ᾽Ακοῦστε τις πάλι:

(Μαγνητ.) ἀπ᾿... τ᾿ ἄνθη... τοῦ Μαγιοῦ... ἐλαφρὲς... πνέουν... οἱ αὗρες.

Συνέδεσα κατὸπιν τὸ μαγνητόφωνο μ᾿ ἕναν μικρὸ παλμογράφο. Στὴν ὀθόνη του, τὸ ἠχητικὸ γεγονὸς μετατρέπεται σὲ ὀπτικό, καὶ μπορεῖ κανεὶς ἔτσι νὰ μετρήσει καλύτερα τὸ ὕψος τῆς ἔντασης, ἀλλὰ καὶ τὸ ὕψος τῆς συχνότητος ἑνὸς ἤχου. Κι ὅπως οἱ λέξεις τῆς φράσης μου διαδέχονταν ἀργὰ ἡ μία τὴν ἄλλη, εἶχα τὴν εὐχέρεια νὰ βλέπω στὴν μικρούλα ὀθόνη τοῦ παλμογράφου τὰ διαγράμματα τῶν λέξεων, χωρὶς νὰ μπερδεύονται μεταξύ τους· γι᾿ αὐτὸ ἐξ ἄλλου καὶ τὶς εἶχα χωρίσει. Δυστυχῶς, σ᾿ ὅλη τὴν Ἀθήνα ὑπάρχει μόνον μία ἠλεκτρονικὴ ὀθόνη μεγάλων διαστάσεων, γιὰ νὰ βλέπαμε ὅλοι ἐδῶ μέσα τί ἀκριβῶς δείχνει ὁ παλμογράφος. Νὰ κάναμε τὸ πείραμα ἀπ᾽ τὴν ἀρχή. Ἀλλὰ δὲν μπορέσαμε νὰ ἔχουμε μιὰ τέτοια ὀθόνη. Σᾶς ἔφερα ὅμως μιὰ γραφίστικη ἀναπαράσταση τῶν διαγραμμάτων ποὺ παρουσίασε ὁ παλμογράφος στὸ στούντιο. Νά τὸ διάγραμμα τῆς προθέσεως ἀπ᾿:

Καὶ νά τὸ διάγραμμα τῆς λέξης ἄνθη:

῞Οπως βλέπετε ἡ ἔνταση τῆς λέξεως ἔφτασε τὰ 24 db. Τὸ δὲ ὕψος συχνότητας ξεπέρασε τοὺς 8K (χιλιοκύκλους). ῎Εχουμε δηλαδὴ μιὰ νότα —ἄς ποῦμε— ψηλὴ καὶ δυνατή.

Τοῦ Μαγιοῦ. Νότα πολὺ πιὸ σιγανή· 12 db. Καὶ βαρύτερη· 4Κ. Τὸ διάγραμμα ὅμως ἁπλωτό.

᾽Ελαφρές. ᾽Ελάχιστα πιὸ χαμηλὴ νότα ἀπ᾿ τὴν προηγούμενη· 12 db ἐπίσης καὶ στοὺς 4Κ, μὲ λιγότερους ἁρμονικοὺς ὅμως καὶ γι᾿ αὐτὸ βαρύτερη.

Πνέουν. Τὸ διάγραμμα τώρα ἀνεβαίνει. ῾Η ἔνταση τῆς νότας εἶναι 16 db καὶ ἡ ὀξύτης της στοὺς 8K ὅπως καὶ τ᾽ ἄνθη, μὲ σαφῶς λιγότερους ἁρμονικοὺς ὅμως, ὁπότε καὶ ἀρκετὰ χαμηλότερη ἀπὸ τὸ ἄνθη. Χαμηλότερη ἐπίσης ἀπ᾿ τὴν λέξη τ᾿ ἄνθη ἀλλὰ ὁπωσδήποτε ψηλότερη ἀπ᾿ τὸ πνέουν, φαίνεται ἡ λέξη αὖρες.

῎Ενταση 22 db καὶ τὸ ὕψος μόλις φθάνει στοὺς 8Κ.

῎Εκοψα ξανὰ τὶς λέξεις τῆς μαγνητοταινίας τότε, καὶ τὶς ξανακόλλησα μ᾿ ἄλλη σειρά. Πρῶτα ἔβαλα τὴν λέξη ποὺ παρουσίασε τὸ χαμηλότερο διάγραμμα: τὸ «ἀπ᾽». Μετά, τὴν λίγο δυνατότερη· τὴν λέξη «ἐλαφρές». Τρίτη ἔβαλα, βάσει τοῦ διαγράμματός της, τὴν λέξη «τοῦ Μαγιοῦ». Τέταρτη τὴν ἀμέσως εὐρυτέρου διαγράμματος λέξη «πνέουν». Πέμπτο, τὸ διάγραμμα «αὖρες» καὶ τέλος τὰ «ἄνθη». ῎Εφτιαξα δηλαδὴ μιὰ σειρὰ στὴν ταινία, ἀρχίζοντας ἀπ᾿ τὴν λέξη μὲ τὸ χαμηλότερο διάγραμμα καὶ προχωρώντας πάντα στὸ ἀμέσως ὑψηλότερο. Ὁπότε εἶδα μὲ τὰ μάτια μου τὴν ἑξῆς παρέλαση: βαρεῖα, περισπωμένη, ὀξεῖα, ψιλὴ περισπωμένη, ψιλὴ ὀξεῖα. ῞Οταν τ᾿ ἀκούει κανεὶς μαζεμένα, ἔχει τὴν ἐντύπωση μιᾶς φωνῆς ποὺ ξεκινᾶ ἀπὸ χαμηλὰ καὶ μὲ συνεχῆ ἀνεβοκατεβάσματα μᾶς ὁδηγεῖ σ᾿ ἕνα κρεσέντο. Ἀκοῦστε το. Θὰ προσπαθήσω νὰ σᾶς δείχνω ταυτόχρονα καὶ τὰ διαγράμματα: ἀπ᾽ / τοῦ Μαγιοῦ / ἐλαφρὲς / πνέουν / οἱ αὖρες / τ᾿ ἄνθη.

Ἐπανέλαβα τὴν ἴδια δουλειὰ καὶ μὲ ἄλλες πολλὲς φράσεις. Πάντα οἱ λέξεις μὲ ψιλὴ ὀξεῖα ἢ δασεῖα ὀξεῖα ἦταν πιὸ ψηλὲς καὶ πιὸ δυνατὲς ἀπ᾿ τὶς ἄλλες. Πάντα ἡ ὀξεῖα ἔδινε ἦχο ψηλότερο τῆς περισπωμένης καὶ τῆς βαρείας καὶ πάντα ἡ περισπωμένη ἀκουγόταν ἰσχυρότερη τῆς βαρείας. Παρατήρησα λοιπὸν ὅτι μιὰ φράση ποὺ θὰ ἀποτελεῖτο ἀπὸ λέξεις καὶ μὲ τοὺς ἐννέα συνδυασμοὺς τόνων καὶ πνευμάτων, θ᾿ ἀνάγκαζε τὴν φωνὴ τοῦ ὁμιλητῆ νὰ ἀποδώσει ἕξι διαφορετικὰ τονικὰ ὕψη. Τὰ ἑξῆς: Χαμηλότερα οἱ ἄτονες λέξεις. Ἀμέσως ψηλότερα, ἡ λέξη μὲ τὴν βαρεῖα. Ἀκόμη ψηλότερα ἡ λέξη μὲ τὴν περισπωμένη, πιὸ πάνω ἡ λέξη μὲ τὴν ὀξεῖα. Ἀκόμα πιὸ ψηλὰ ἡ ψιλὴ περισπωμένη καὶ ἡ δασεῖα περισπωμένη καὶ ψηλότερα ἀπ᾿ ὅλες ἡ ψιλὴ ὀξεῖα καὶ ἡ δασεῖα ὀξεῖα. ῞Εξι διαφορετικὰ ὕψη, δηλαδὴ ἕξι διαφορετικὲς μικρονότες, ποὺ χωρίζονται ἀπὸ πέντε διαστήματα. Πῶς μπορῶ τώρα ν᾿ ἀντισταθῶ στὸν πειρασμὸ καὶ νὰ μὴ θυμηθῶ ὅτι στὴν καθ᾿ ἡμᾶς μουσική, ὁ λεγόμενος σκληρὸς τόνος, π.χ. τὸ νὴ-πὰ ἐκτάσεως 12 κομμάτων ἀπ᾿ τὴν ἐποχὴ τοῦ Πυθαγόρα, χωρίζεται ἐπίσης σὲ

πέντε μικροδιαστήματα καὶ παράγει ἕξι φωνές: τὴν φωνὴ νή, τὴν φωνὴ νὴ μικρὴ δίεση, τὴν φωνὴ δίεση 4 κομμάτων, τὴν φωνὴ δίεση ἡμιτόνου, τὴν φωνὴ δίεση ὀκτὼ κομμάτων, καὶ τὴν φωνὴ πά. Νὰ ἔχει σχέση ἄραγε ἡ φωνὴ τῆς μικρᾶς διέσεως π.χ. μὲ τὴν βαρεῖα μας; ῍Η ἡ δίεση ἡμιτόνου μὲ τὴν ὀξεῖα; Δὲν εἶμαι προετοιμασμένος νὰ πῶ κάτι τέτοιο καὶ γι᾿ αὐτὸ τ᾽ ἀφήνω τώρα στὴ φαντασία, ὥσπου νὰ τὸ ἀναλάβει ἡ μελλοντικὴ συστηματικὴ ἐργασία. ᾽Ανεξάρτητα ἀπ᾿ αὐτὸ ὅμως, εἶναι παραδεκτὸ ὅτι τὸ πολυτονικὸ υἱοθετήθηκε πλήρως ἀπ᾿ τὸ Βυζάντιο, καὶ πάνω στὸ πολυτονικὸ χτίστηκε ὅλη ἡ ὑμνογραφία καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ μουσική. Ἀπὸ κεῖ πῆρε τὴν ὀρθὴ ἀναλογία ἀνάμεσα στὰ τονικὰ ὕψη ἢ τὰ χρονικὰ μήκη μεταξὺ τῶν συλλαβῶν καὶ τὸ δημοτικὸ τραγούδι, κι ἔτσι φτάνει ὣς ἐμᾶς αὐτὴ ἡ ἴδια ζωντανὴ φωνὴ τῆς γλώσσας, ἴδια, ὅσο μπορεῖ νὰ εἶναι ἴδια μιὰ φωνὴ μετὰ ἀπὸ χιλιάδες ἔτη. ῍Ας ξαναγυρίσω ὅμως στὶς φράσεις ποὺ δοκίμασα στὸ στούντιο.

Σᾶς τὶς διαβάζω ἁπλῶς, χωρὶς σχεδιαγράμματα.

Πάντ᾿ ἀνοιχτὰ πάντ᾿ ἀγρυπνα τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μου. Ὁ ἦχος τῆς ψιλῆς ὀξείας εἶναι ὑψηλότερος ἀπ᾿ τοὺς ἤχους τῆς ὀξείας. Κι ἂν ἀλλάξουμε τὴν σειρὰ τῶν λέξεων, ἔχουμε πάλι τὴν ἴδια σχέση: Τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μου, ἄγρυπνα πάντα, ἀνοιχτὰ πάντα. Τὸ ἴδιο κι ἂν ἔχουμε ψιλὴ ὀξεῖα στὴν πρώτη λέξη: ῎Αστραψε φῶς καὶ γνώρισε ὁ νιὸς τὸν ἑαυτό του. ῍Η ψιλὴ ὀξεῖα στὴν τετάρτη καὶ στὴν δεκάτη τετάρτη συλλαβή: Τὸ χάσμα ποὺ ἄνοιξε ὁ σεισμός, εὐθὺς ἐγιόμισ᾽ ἄνθη. Ψηλὴ νότα ἐπίσης παράγει καὶ ἡ δασεῖα ὀξεῖα: π.χ. Κι ὅμως, ὅλα κανεὶς νὰ τὰ τολμάει πρέπει. Κι ἀνάποδα: Κανεὶς νὰ τὰ τολμάει πρέπει ὅλα. Κι ὅμως. ᾽Ακόμα χαμηλότερα ἀκούγεται ἡ περισπωμένη, ὅταν προηγεῖται ἢ ἕπεται ψιλὴ ὀξεῖα: ῎Εξοχα δῶρα. / Στὴν ἄκρη τῆς γῆς. / Ἐκεῖνον τὸν ἄντρα ποὺ κάθεται ἀντίκρυ. ῾Η δασεῖα περισπωμένη εἷναι ἐπίσης ψηλότερη φωνὴ ἀπ᾿ τῆς ὀξείας, τῆς βαρείας, ἢ τῆς περισπωμένης. Παράδειγμα μὲ ὀξεῖα: Τὸ δικό μας αἷμα. Παράδειγμα μὲ βαρεῖα. Ποιητὲς τῆς ἥττας. Παράδειγμα μὲ περισπωμένη, βαρεῖα καὶ δασεῖα περισπωμένη, ὁπότε ἀκούγονται τρεῖς φωνές: Τοῦτο ἐστὶ τὸ αἷμα.

Μέσα στὸ στούντιο εἶχα καὶ δύο ἐκπλήξεις. Νά ἡ πρώτη: Προσπαθώντας ν᾿ ἀκούσω τὴν διαφορὰ ὀξείας καὶ περισπωμένης, διάβασα τὴν φράση: Λυγᾶ πάντα ἡ γυναίκα. Τὸ «πάντα» ἀκούγεται ψηλότερα ἀπ᾿ τὸ «λυγᾶ» ποὺ παίρνει περισπωμένη. «Λυγᾶ πάντα ἡ γυναίκα»· ἀκούγεται ὅμως περιέργως ψηλότερα κι ἀπ᾿ τὸ «γυναίκα», ποὺ ὅμως παίρνει ὀξεῖα. Γιατί ἄραγε; Τηλεφώνησα σ᾿ ἕνα φίλο, κι ἔμαθα ὅτι ἡ γυναίκα ὀφείλει νὰ παίρνει περισπωμένη, διότι εἶναι τῆς τρίτης κλίσεως, ἡ ὁποία ὅμως καταργήθηκε, γι᾿ αὐτὸ πῆρε ὀξεῖα ἡ γυναίκα. Νά λοιπόν, ποὺ ἀπὸ ἄλλο σημεῖο ὁρμώμενος, ἀναγκάσθηκα νὰ συμφωνήσω ὅτι κακῶς καταργήθηκε ἡ τρίτη κλίση ἀφοῦ στὴν φωνή μας ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχει. «Λυγᾶ πάντα ἡ γυναῖκα» λοιπὸν καὶ παίρνει καὶ περισπωμένη. ῾Η δεύτερη ἔκπληξη: ῎Εδωσα σ᾿ ἕναν ἀνύποπτο νέο, ποὺ παρευρισκόταν στὸ στούντιο, νὰ διαβάσει λίγες φράσεις. Ἐκεῖ μέσα εἶχα βάλει σκοπίμως τὴν ἴδια λέξη ὡς ἐπίθετο καὶ ὡς ἐπίρρημα, διότι εἶχα πάντα τὴν περιέργεια νὰ διαπιστώσω ἂν προφέρουμε διαφορετικὰ τὸ ὠμέγα ἀπὸ τὸ ὄμικρον. Ἀκοῦστε τὶς φράσεις:

(Μαγνητ.) Εἶν᾿ ἀκριβὸς αὐτὸς ὁ ἀναπτήρας. ῍Ας μὴν εἶν᾿ ὡραῖος, ἔχει τὴν ἀξία του. Ναί, ἀκριβῶς αὐτὸ ἤθελα νὰ πῶ.

᾽Ακουστικῶς δὲν παρατήρησα διαφορά. ῎Εκοψα τὶς δύο λέξεις καὶ τὶς κόλλησα τὴν μία κατόπιν τῆς ἄλλης. Ἀκοῦστε το!

(Μαγνητ.) ἀκριβὸς... ἀκριβῶς.

Ἐλάχιστη διαφορὰ στὸ αὐτί· ὁ ἠχολήπτης μόνον ἐπέμενε ὅτι τὸ δεύτερο εἶναι κάπως πιὸ φαρδύ. Ἂς τὸ ξανακούσουμε:

(Μαγνητ.) ἀκριβὸς... ἀκριβῶς.

Ἀσήμαντη διαφορά. Συνδέσαμε τότε τὸν παλμογράφο. Νά τὸ διάγραμα τοῦ ἐπιθέτου ἀκριβός, ὅπως προέκυψε, καὶ νά τὸ πολὺ πλουσιότερο τοῦ ἐπιρρήματος.

Δὲν εἶναι καταπληκτικό; ῞Οταν τὸ εἶδα, τὰ μηχανήματα τοῦ στούντιο μοῦ φάνηκαν σὰν ὄργανα τοῦ παραμυθιοῦ. Ὁ παλμογράφος μοῦ φάνηκε σὰν μιὰ σκαπάνη πού, κάτω ἀπ᾿ τὸ ἔδαφος τῆς καθημερινῆς ὁμιλίας, ἀνακαλύπτει αὐτὸ ποὺ δὲν ἔπαψε ποτὲ νὰ ὑπάρχει, ἔστω μέσα σὲ χειμερία νάρκη, αὐτὸ ποὺ συνειδητοποίησαν καὶ προσπάθησαν νὰ νημειώσουν οἱ Ἀλεξανδρινοὶ 2.000 χρόνια πρίν. Τίποτε δὲν χάθηκε. ῞Ολα ὑπάρχουν. ᾽Αρκεῖ νὰ προσέξουμε αὐτὸ τὸ τραγούδι τῆς καθημερινῆς ὁμιλίας ποὺ πηγαινοέρχεται συνεχῶς ἀνάμεσά μας. Ἀκοῦστε πῶς ἠχοῦν οἱ τονισμοί. ᾽Ακοῦστε τὰ μακρά. Ἀκοῦστε τὴν λαϊκὴ τραγουδίστρια πῶς ἀποδίδει τὸ ὠμέγα ἢ τὴν ψιλὴ ὀξεῖα:

(Μαγνητ.) Σωτηρία Μπέλλου: Νύχτωσε χωρὶς φεγγάρι.

Ἀκοῦστε τὸ ἴδιο, αὐτὴ τὴ φορὰ σ᾿ ἕνα ἐλαφρὸ τραγούδι.

(Μαγνητ.) Μ. Ζορμπαλᾶ - Δ. Γαλάνη: Συγγνώμη σοῦ ζητῶ, συγχώρεσέ με.

Κι ἄλλα μακρότατα ὠμέγα ἀπὸ τραγούδι δημοτικό. Ἀκοῦστε:

(Μαγνητ.) Συλλογὴ Σίμωνος Καρρᾶ: Κάτω στὸ γιαλό. Πηλίου.

Τέλος, ἀκοῦστε τὴν θεία φωνὴ τοῦ Ἀνδρέα Ἐμπειρίκου, τὴν παράξενη ἀπαγγελία ποὺ κυνηγᾶ τὴν λάμψη τῆς ὀξείας, τὸν πλοῦτο τῆς διφθόγγου, τοὺς τόνους καὶ τὴν ὀρθογραφία, σὰν μουσικὰ σύμβολα μιᾶς φωνῆς ποὺ προϋπάρχει ἀδιάκοπα καὶ ὁδηγεῖ τὸ ποίημα.

(Μαγνητ.) Ὁ Ἐμπειρῖκος διαβάζει Ἐμπειρῖκο: Εἰς τὴν ὁδὸν τῶν Φιλελλήνων.

Ἐδῶ τελειώνουν τὰ σουβενίρ μου ἀπὸ τὸ στούντιο. ῞Οσοι δὲν μὲ πίστεψαν, εἶναι πάρα πολὺ λογικοί. Μόνο ποὺ ἔτσι χάνουν τὴν εὐκαιρία νὰ βελτιώσουν τὸ τραγούδι τους. Κι ὅσοι πάλι χάρηκαν μὲ τὰ σχεδιαγράμματά μου, θὰ πρέπει νὰ μειώσουν τὸν ἐνθουσιασμό τους: τίποτα ἀπ᾿ ὅσα εἷπα δὲν ἀποτελεῖ ἀπόδειξη. Θὰ πρέπει ὁμάδες ἐργασίας ἐπιχορηγούμενες νὰ μαγνητοφωνήσουν ἑκατοντάδες ἀνθρώπους διαφορετικῆς ἡλικίας, ἐπαγγέλματος, μορφώσεως καὶ τόπου διαμονῆς, νὰ ταξινομήσουν καὶ νὰ ἀναλύσουν τὸ ὑλικὸ στὸ ἐργαστήριο, μὲ παλμογράφους μεγάλους ποὺ νὰ «διαβάζουν» διαφορὲς μικρότερες τοῦ 1Κ. Οἱ ἐλπίδες μου εἶναι ἀντίθετες ἀπ᾿ τὶς ἐλπίδες τοῦ μονοτονικοῦ ποὺ ἀρνήθηκε τὴν παράδοση καὶ τὴν κοινὴ ἐμπειρία. Οἱ ἐλπίδες μου προσβλέπουν σὲ μιὰ ἀντικειμενικὴ ἀπόδειξη, ὅτι ἡ ἐπιβολή του ὑπῆρξε πράξη τόσο λογικὴ ὥστε νὰ καταντᾶ παράλογη καὶ ἀντιεπιστημονική.

Τελειώνω. Δὲν περιφρόνησα καμμιὰ ἄποψη καὶ δὲν κολάκευσα καμμιά. Προσπάθησα νὰ πῶ τρεῖς φορὲς τρεῖς ἀλήθειες.

Πρῶτον: Τὰ ἑλληνικὰ εἶναι τραγούδι. Κανεὶς δὲν σκέφτηκε ποτὲ νὰ ἁπλοποιήσει ἕνα τραγούδι ἢ νὰ τὸ δεῖ πρακτικά. Γιατί νὰ δοῦμε λοιπὸν τὰ ἑλληνικά, πρακτικά;

Δεύτερον: ῞Οποιος σταθεῖ ἀλαζονικὰ ἀπέναντι στὰ ρεφραὶν ποὺ τὸν ψυχαγώγησαν διὰ βίου, στρέφεται ἐναντίον τῆς προσωπικῆς του ἱστορίας καὶ πίστης. Τὰ ἴδια μπορεῖ νὰ πάθει ἕνα λαὸς μὲ τὴν γλῶσσα. ᾽Ιδίως ἂν ἡ γλῶσσα του εἶναι τὰ ἑλληνικά.

Τρίτον: Τὰ ἑλληνικὰ ὡς τραγούδι εἶναι ἀνυπόφορα δύσκολα. Κανεὶς δὲν τὰ βγάζει πέρα μὲ τὰ ἑλληνικά. Ἀπέναντι στὰ ἑλληνικὰ θά ᾿μαστε πάντα φάλτσοι κι ἀγράμματοι. Ἀλλὰ τί νὰ γίνει; Σημασία ἔχει ἡ συνείδηση ὅτι τὰ μιλᾶμε ὄχι γιὰ νὰ γίνουμε δεξιοτέχνες ἀλλὰ γιὰ νὰ γίνουμε ἄνθρωποι. Εὐχαριστῶ.

Εδώ μπορείτε να δείτε και τα διαγράμματα του παλμογράφου
 
Last edited:

Φαροφύλακας

Υποθετικός Σοφέρ
Προσωπικό λέσχης
ναι, γνωστή εκείνη η άποψη του Σαββόπουλου. Αναρωτιέμαι αν δεν την έχει ανασκευάσει και δημοσίως, στο μεταξύ.
 
Απόλλων, τις απόψεις αυτές του Σαββόπουλου τις ξέρω εδώ και χρόνια. Η πρώτη φορά που τις εξέφρασε ενώπιον κοινού ήταν σε μία ημερίδα του ΚΚΕ Εσωτερικού σχετικά με τη γλώσσα, στις 19 Ιανουαρίου 1985, στον «Μίλωνα» Νέας Σμύρνης. Τις απόψεις αυτές τις έχω δει ν' αναπαράγεται εκατοντάδες φορές στο ίντερνετ. Λυπάμαι που συνεχίζουν να εμφανίζονται μπροστά μου ως απόδειξη για τη δήθεν χρησιμότητα του πολυτονικού στη Νεοελληνική ή, ακόμα χειρότερα, για τη διάκριση μακρών και βραχέων που δήθεν επιζεί σήμερα.

Προτιμώ να παραπέμψω στις δύο σημαντικότερες απαντήσεις που έχουν δοθεί στον Σαββόπουλο, λίγο μετά την ομιλία του τον Ιανουάριο του 1985: μία από τον Γιάννη Η. Χάρη, και μία από τον Οδυσσέα Δ. Φόρη.
 
Last edited by a moderator:
Ώχου, Απόλλωνα, είχα μια κρυφή ελπίδα ότι αυτό το περιβόητο και τόσο άστοχο κείμενο δεν θα το έβλεπα και στη λέσχη. Σαφώς και το λάθος δεν είναι δικό σου, αλλά του Σαββόπουλου που κάποια στιγμή θέλησε να περάσει και στα χωράφια της γλωσσολογίας. Ευτυχώς θα κατάλαβε το λάθος του και το σταμάτησε εκεί.
 

Φαροφύλακας

Υποθετικός Σοφέρ
Προσωπικό λέσχης
Ας μπει κι εδώ ο πολύ εύστοχος αντίλογος του Γιάννη Η. Χάρη:

( πηγή: το ιστολόγιό του )

«Δείξε τη δύναμή σου, Ντεστέν!»*

περ. "Αντί" Β΄ 280, 1 Φεβρ. 1985, σχετικά με την "έρευνα" του Σαββόπουλου για το πολυτονικό

Στην ημερίδα που οργάνωσε το ΚΚΕ εσ. για τη γλώσσα (19 Ιανουαρίου 1985, στον «Μίλωνα» Νέας Σμύρνης) ο Δ. Σαββόπουλος προσπάθησε να αποδείξει, με μαγνητόφωνα και παλμογράφους, ντεσιμπέλ και χιλιόκυκλους και διαγράμματα, ότι η βαρεία, η οξεία και η περισπωμένη, τα μακρά και τα βραχέα φωνήεντα προφέρονται ακόμη, ακούγονται και στη σημερινή λαλιά –επιζεί δηλαδή η μουσικότητα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. (Και γι’ αυτό η «ελληνική γλώσσα είναι τραγούδι», και «μόνο η ελληνική γλώσσα είναι τραγούδι, γιατί μόνο η ελληνική γλώσσα έχει συνείδηση του εαυτού της ως τραγουδιού...» Και τα λοιπά.)

Και στήριξε τις μελέτες του στον τρόπο με τον οποίο διάβασε ο ίδιος τη φράση: «ἀπ’ τ’ ἄνθη τοῦ Μαγιοῦ ἐλαφρὲς πνέουν οἱ αὖρες». Μέτρησε ντεσιμπέλ και χιλιόκυκλους και σχημάτισε την ακόλουθη σειρά, από τις άτονες στις εντονότερα τονισμένες λέξεις:
1. ἀπ’
2. ἐλαφρὲς
3. τοῦ Μαγιοῦ
4. πνέουν
5. οἱ αὖρες
6. τ’ ἄνθη

Διάβασε δηλαδή –θα καθυστερήσω εδώ, γιατί διαφορετικά φαίνονται απίστευτα τα όσα σκέφτηκε, έπραξε και μας μετέφερε–, διάβασε λοιπόν (α) δίχως τόνο τη λ. «ἐλαφρές», τη λέξη ακριβώς που πρέπει να τονιστεί σχετικά περισσότερο σ’ ολόκληρη τη φράση, να φανεί η έμφαση την οποία δείχνει η θέση της στη συγκεκριμένη φράση: «απ’ τ’ άνθη του Μαγιού» δεν «πνέουν (οι) ελαφρές αύρες», ούτε «πνέουν (οι) αύρες ελαφρές», παρά «ε λ α φ ρ έ ς πνέουν οι αύρες». Και διάβασε (β) μία μόνο περισπωμένη: «του-Μαγιοῦ», και όχι: «τοῦ Μαγιοῦ», σε δύο χρόνους, όπως υπαγορεύει η δική του λογική.

Και συγκεφαλαίωσε:
1. άτονες λέξεις
2. βαρεία
3. περισπωμένη
4. οξεία
5. ψιλή-περισπωμένη και δασεία-περισπωμένη
6. ψιλή-οξεία και δασεία-οξεία.

Αλλά πώς η βαρεία; που σήμαινε απλώς την έλλειψη ψηλού τόνου, γι’ αυτό και σημειωνόταν κάποτε σε όλες τις άτονες συλλαβές (ἄλὸγὸς)... Τι η περισπωμένη, ο συνδυασμός οξείας και βαρείας, που ανεβοκατέβαζε στο ίδιο φωνήεν (μακρό) τη φωνή... Και πού η ψιλή-βαρεία, λ.χ., η δασεία-βαρεία κτλ.;

Αν βλέπουν οι Αλεξανδρινοί από τους ουρανούς... Αν πιστεύει ο Δ. Σαββόπουλος στη μετά θάνατον ζωή... Τόσο αμελέτητος;

Σε ανάλογες εξάλλου επιδείξεις εκβίασε και άλλες φράσεις (έμμετρες), όπως: Πάντ’ ανοιχτά, πάντ’ άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου, ή: άστραψε φως και γνώρισε ο νιος τον εαυτό του.

Και γνώρισε ο Δ. Σαββόπουλος στη φράση: «λυγᾶ πάντα ἡ γυναίκα», όπου ο παλμογράφος δεν κατέγραφε, λέει, την αναμενόμενη όξυνση της λέξης γυναίκα, αναγνώρισε εκεί την τρίτη κλίση, σύμφωνα με την οποία η γυναίκα «έχει περισπωμένη», «νά λοιπόν η τρίτη κλίση, που κακώς καταργήθηκε, αφού υπάρχει ζωντανή στη φωνή μας!» «Τίποτε δεν χάθηκε, όλα υπάρχουν...» διαβεβαίωνε θριαμβικά. Και νά τα χειροκροτήματα! (Τώρα πώς η «γυναίκα», ως γυναίκα, είναι τρίτη κλίση... Θέλει μήπως το η γυνή - της γυναικός ο κ. Σαββόπουλος; )

Τέλος, σε άλλες φράσεις, όπου υπήρχε «μία λέξη, η ίδια, ως επίθετο και ως επίρρημα» (ἀκριβός - ἀκριβῶς), μέτρησε ο Δ. Σαββόπουλος και ανακάλυψε ζωντανή τη μακρότητα του ωμέγα σε σχέση με το βραχύ όμικρον! «Τίποτε δεν χάθηκε, όλα υπάρχουν!»
Περίεργη τότε αντίφαση στη δική του διατύπωση ότι οι Αλεξανδρινοί «εμνημείωσαν» με τους τόνους και τα πνεύματα τη μουσικότητα που είχε αρχίσει να χάνεται (δεν είχε ήδη χαθεί;), τη μουσικότητα που υπήρχε ώς τότε, και γι’ αυτό δεν χρειάζονταν, βεβαίως, οι τόνοι και τα πνεύματα –ώς τότε!

Αν λοιπόν προφέρονται ακόμη, βάσει των εργαστηριακών παρατηρήσεων του Δ. Σαββόπουλου, οι βαρείες, οι οξείες και οι περισπωμένες, οι ψιλές και οι δασείες, τα μακρά, τα βραχέα και τα δίχρονα φωνήεντα, αν υπάρχουν ενδιάθετα στη φωνή μας, όπως αποδεικνύεται, υποτίθεται, και από την ανάγνωση τού (καθ’ ομολογίαν ανορθόγραφου)** Δ. Σαββόπουλου, και από τα τραγούδια που μας έβαλε να ακούσουμε: το δημοτικό τραγούδι, μα και το λαϊκό, της Μπέλλου, ακόμη και το ελαφρό, της Μ. Ζορμπαλά (νεαρότατο το κορίτσι, και μάλιστα εκ Ρωσίας!), αν λοιπόν όλα αυτά υπάρχουν, ενδιάθετα, τότε τι μας χρειάζεται η (περιττή λοιπόν) σημείωση των τόνων και των πνευμάτων; Μήπως προτείνει ο Δ. Σαββόπουλος να καταργηθεί και ο μοναδικός τόνος που διατηρείται στο μονοτονικό –παντελώς άχρηστος πια και αυτός; Δηλαδή ατονικό;

Όχι. Γιατί αυτά που έψαχνε και ανέλυε ο Δ. Σαββόπουλος έχουν να κάνουν με τη μετρική, το τροχαϊκό, το ιαμβικό μέτρο κτλ., ή ονομάζονται επιτονισμός (που έχει να κάνει με τη διαφορετική ένταση των φωνητικών χορδών στην αρχή και στο τέλος ενός εκφωνήματος) και άλλα διάφορα, και γνωστά –και μόνο με τον παραδοσιακό γραμματικό τονισμό δεν έχουν σχέση.

Και δεν αντέχουν, όπως φάνηκε, πιστεύω, παραπάνω, σε στοιχειώδη λογικό έλεγχο, πόσο μάλλον σε έλεγχο επιστημονικό.

Άραγε το κατάλαβε αυτό ο Δ. Σαββόπουλος, έπειτα και από τις σχετικές παρατηρήσεις εισηγητών και άλλων συνέδρων,*** και γι’ αυτό, όταν ρωτήθηκε τι καταλαβαίνει κατά την εκφώνηση «όμος»= ώμος ή όμως; τι μακρά, τι βραχέα και τι τόνους ακούει, απάντησε πως «η μουσική έχει σχέση με ό,τι ακολουθεί ή προηγείται» ;

Δηλαδή με τα συμφραζόμενα! Δηλαδή, ποια μακρά και ποια βραχέα, ποιες βαρείες, ποιες οξείες και ποιες περισπωμένες...

Μακάρι. Μακάρι να το κατάλαβε, έτσι όπως το είπε. Γιατί «όποιος δεν καταλαβαίνει, δεν ξέρει πού πατά και πού πηγαίνει». Υπό τον όρο ότι δεν μας κοροϊδεύει.

* * *

Αυτά ως προς το σχολαστικό μέρος των ρημάτων του Δ. Σαββόπουλου –τον κορμό πάντως της εισήγησής του. Τα λοιπά, σε μορφή διαιτολογίου με ρίζες, είναι γνωστά, και στους αναγνώστες του Αντί, προ πολλού. Διαφέρουν ίσως ως προς την ένταση. Πράγματι, τέτοιος άκρατος (και άκριτος, βεβαίως) σοβινισμός σπανίζει όχι μόνο στις μέρες μας, μα και ενάμιση αιώνα πριν, όσο δεξιά, κι αν ψάξει το μάτι μας. Ούτε τότε είχαν ακουστεί από το στόμα των μαχητικότερων καθαρολόγων τόσο ασύστατα, αντιεπιστημονικά, βαθύτατα ανιστόρητα και γι’ αυτό, έστω και μόνο γι’ αυτό, αντιδραστικά επιχειρήματα.

Έλεος, μαύρο μας Ντεστέν!


* Ανωνύμου μεταφραστού της γκονταρικής Κάρμεν. Destin, βεβαίως, ίσον λέξη γαλλική και, βεβαίως, μεταφράσιμη (= μοίρα, πεπρωμένο!)

** Έχει σημασία αυτό, και μόνο γι’ αυτό το σημειώνω, γιατί αν πρόφερε μακρά και βραχέα, δεν θα ήταν απλούστατα ανορθόγραφος!

*** Αλ. Κοτζιάς, Δ. Ν. Μαρωνίτης, Γρ. Μασσαλάς, Α. Μπελεζίνης, Β. Δ. Φόρης –όχι όμως και ο κ. Μπαμπινιώτης, κέρβερος της επιστημονικότητας και της επιστημοσύνης, μολονότι κατά την πρωινή συνεδρία είχε διαχωρίσει ρητά τη θέση του από τους υποστηρικτές του πολυτονικού!
 

Φαροφύλακας

Υποθετικός Σοφέρ
Προσωπικό λέσχης
Είναι προφανές πως έχει αλλάξει η προφορά από τον καιρό των αρχαίων και γι' αυτό άλλωστε σκαρφίστηκαν τους τόνους. Οι αρχαίοι εννοείται πως δεν γράφανε με τόνους. Είχαν πολύ καθαρό μυαλό καί μεγάλη τόλμη ώστε να επιλέξουν μια γραφή φωνητική (το αντίθετο δηλ. από την πολυτονική σημείωση).

Όπως σημειώνει κι ο Χάρης, εάν πράγματα ο Σαββόπουλος άκουγε και πρόφερε μακρά και βραχέα και γενικώς την αρχαία προφορά, απλά δεν θα ήταν ανορθόγραφος.

Μεγάλος κι αγαπημένος μουσικός, πάντως. :)
 
Ίσως τελικά, να είναι στο πως έχει μεγαλώσει κάποιος. Όταν ας πούμε, σε χ χρόνια καταργηθούν όλα τα υ, ει, η, οι και μείνει μόνο το ι, μπορεί να ξαναγίνει μια τέτοια συζήτηση, για την αναγκαιότητα αυτή κ.λ.π. Τότε ίσως να είστε αντίθετοι, γιατί αυτοί οι "νεοτερισμοί" θα σας φαίνονται ότι φτωχαίνουν τη γλώσσα. Λέω ίσως.

(Θεωρώ αναγκαίο να διευκρινήσω, ότι δεν μιλώ από αρχαιολατρεία ή για θεματοφύλαξη παραδόσεων, αλλά με συντάραξε που ένα τέτοιο θέμα, ψηφίστηκε στο θερινό τμήμα της βουλής, από μερικούς βαριεστημένους "βολευτές", στις 2 τα μεσάνυχτα και ήταν ένα από τα άρθρα, ενός άσχετου με τη γλώσσα νομοσχεδίου. Δεν ρωτήθηκε ποτέ κανένας άνθρωπος των γραμμάτων, Ακαδημαϊκός ή άλλος σχετικός. Ήταν καθαρά πολιτική απόφαση και σ' αυτή βλέπω δόλο).
 

Φαροφύλακας

Υποθετικός Σοφέρ
Προσωπικό λέσχης
Απόλλων Θηρευτή, συμφωνώ με το πρώτο σκέλος της ανάρτησής σου. Προσωπικά, είμαι υπέρ της ιστορικής ορθογραφίας όμως συχνά σκέφτομαι πως η ανθρωπότητα θαυμάζει τους αρχαίους γιατί έκανε ακριβώς το αντίθετο: κατάργησε την όποια δική της ιστορική γραφή και απέδωσε την γλώσσα απλά, φωνητικά. Όμως, φυσικά, πρασάγγας απέχουμε από το ρηξικέλευθο πνεύμα των αρχαίων το οποίο από το να προσκολλάται σε σύμβολα που έρχονταν από το παρελθόν, τολμούσε την υπέρβαση και όριζε το μέλλον (εμάς μας πήρε αιώνες να κάνουμε το αυτονόητο: να καταργήσουμε το πολυτονικό, στην ουσία μια ακαδημαϊκή σημείωση κάποιας αρχαίας προφοράς).

Με το δεύτερο σκέλος, όμως, θα διαφωνήσω. Το πολυτονικό υπήρξε ένα άτοπο τονικό σύστημα και βραχνάς για την νέα γλώσσα. Κι είναι στο πνεύμα αρχαιολατρίας αυτή η ψευδής πεποίθηση που καλλιεργείται: πως τάχα η καθιέρωση του μονοτονικού υπήρξε αβασάνιστη —πεποίθηση που προφανώς κι εσύ κάπου την τράκαρες και την ανακυκλώνεις εδώ πέρα.

Επειδή η αλήθεια θέλει το ψάξιμό της κι υπάρχουν εργάτες της αλήθειας, επίτρεψέ μου εδώ να παραθέσω ένα απόσπασμα από τον Σαραντάκο και να παραπέμψω σε καλά κι εμπεριστατωμένα διαβάσματα επί του θέματος.

( πηγή: "Τα μεσάνυχτα του ιεράρχη" του Νίκου Σαραντάκου )
Τα μεσάνυχτα του ιεράρχη

Ένα από τα ψέματα που διαδίδουν οι πολυτονιάται σχετικά με την «αποφράδα νύχτα» της καθιέρωσης του μονοτονικού, είναι ότι η επίμαχη τροπολογία κατατέθηκε μετά τα μεσάνυχτα. Έτσι, στο άρθρο «Το σκάνδαλο του μονοτονικού» που δημοσιεύτηκε σε ειδικό ένθετο του περιοδικού «Ευθύνη» τον Σεπτέμβριο του 1991 και αναδημοσιεύεται στον ιστοχώρο των Πολυτονιατών, διαβάζουμε:

Τὸ μονοτονικὸ ἐπιβλήθηκε στὸν ἑλληνικὸ Λαὸ ἀπὸ τὴν Κυβέρνηση τοῦ ΠΑΣΟΚ —Ὑπουργὸς Παιδείας κ. ᾽Ελευθ. Βερυβάκης— μὲ τροπολογία ποὺ αἰφνίδια προτάθηκε, κοντὰ στὰ μεσάνυχτα, ὅταν ἡ Βουλή τῶν Ἑλλήνων (συνεδρίαση τῆς 11.1.1982) εἶχε περατώσει τὴν συζήτηση καὶ εἶχε ψηφίσει τὸ ἕνα καὶ μόνο ἄρθρο τοῦ Νόμου 1228 ποὺ ἀποτελοῦσε «Κύρωση τῆς ἀπὸ 11.11.1981 πράξης τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας περὶ ἐγγραφῆς μαθητῶν στὰ Λύκεια τῆς Γενικῆς καὶ Τεχνικῆς καὶ ᾽Επαγγελματικῆς ᾽Εκπαιδεύσεως» καὶ μὲ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν τίτλο δημοσιεύτηκε στὸ Αʹ Τεῦχος τοῦ φύλλου 15/11.2.82 τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως.

Ἕνα κεφαλαιῶδες, λοιπόν, ἐθνικὸ θέμα, τὸ θέμα τοῦ τρόπου γραφῆς τῶν λέξεων μιᾶς πανάρχαιας γλώσσας —τρόπου καθιερωμένου μὲ ἐφαρμογὴ πολλῶν αἰώνων,— ἀντιμετωπίστηκε μὲ ἀσύγνωστη, ἀνατριχιαστικὴ ἐπιπολαιότητα. Διότι: α) εἰσάγεται πρὸς συζήτηση μὲ ἄρθρο τῆς προσκολλήσεως σὲ θέμα νόμου ἄσχετο, β) εἰσάγεται μεσάνυχτα, ὅταν ἡ πλειονότητα τῶν βουλευτῶν ἀπουσιάζει, γ) εἰσάγεται αἰφνίδια (κι αὐτό, θὰ ἰδοῦμε γιατί) δ) εἰσάγεται ἀντισυνταγματικὰ (προσκολλημένο σὲ νόμο ἄσχετο) καὶ ε) εἰσάγεται χωρὶς νὰ ἐρωτηθεῖ, οὔτε ὁ Λαὸς —ἐνῶ τότε ἀκριβῶς ὑποστηριζόταν πὼς γιὰ δυὸ στρατιωτικὲς βάσεις ἔπρεπε νὰ γίνει... δημοψήφισμα,— οὔτε ἡ ᾽Ακαδημία ᾽Αθηνῶν, οὔτε τὰ Πανεπιστήμια τῆς χώρας καὶ ἰδίως οἱ Φιλοσοφικές τους Σχολές, οὔτε οἱ Ἑταιρίες τῶν Συγγραφέων-Λογοτεχνῶν —παρὰ τὴν βαρυσήμαντη ἀπόφανση τοῦ σοφοῦ καθηγητῆ καὶ τότε Γεν. Γραμματέα τῆς ᾽Ακαδημίας Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλου πὼς «Τὴν γλώσσα τὴν ἀναπτύσσουν μόνον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν νὰ εἰποῦν κάτι, δηλαδὴ οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι, καὶ ὄχι οἱ ἀπνευμάτιστοι γλωσσοπλάστες καὶ νομοθέτες... Οἱ γλωσσικοὶ νομοθέτες δὲν ἔχουν καμμιὰ ἁρμοδιότητα καὶ ἀνακόπτουν ἁπλῶς τὴν ἐξέλιξη τοῦ γλωσσικοῦ μας πολιτισμοῦ».

Το άρθρο αυτό έχει αναδημοσιευτεί στο Διαδίκτυο και σε κάποιες αναδημοσιεύσεις φέρει την υπογραφή του Σαράντου Καργάκου. Όμως επειδή στην αρχική πηγή δεν υπάρχει όνομα συγγραφέα, θα δίσταζα να το αποδώσω στον Σ.Κ., ο οποίος σε ορισμένα κείμενά του είναι σαφώς πιο προσεκτικός με την αλήθεια, αν και επικρίνει απόλυτα το μονοτονικό.

Από τον (ανώνυμο;) συγγραφέα του «Σκανδάλου» φαίνεται να εμπνεύστηκε και ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος στην ομιλία του με την οποία άνοιξε η «ημερίδα της Ιεράς Συνόδου» η αφιερωμένη στις συνέπειες του μονοτονικού. Σε ορισμένα σημεία, τον επαναλαμβάνει αυτολεξεί:

Τὶς μεσονύκτιες ὧρες τῆς 11ης Ἰανουαρίου 1982 στὴ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, παρουσία τριάντα περίπου μόνον βουλευτῶν, κατακόπων ἤδη, συνετελέσθη ἀνερυθριάστως μία ὠμὴ βιαιοπραγία εἰς βάρος τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Ὁ τότε Ὑπουργὸς Παιδείας, εἰσήγαγε ἀπροειδοποίητα πρὸς ἐπείγουσα ψήφισι, ὑπὸ μορφὴν τροπολογίας, ἕνα ἄρθρο, κυριολεκτικῶς, τῆς προσκολλήσεως, σὲ ἄσχετο Νόμο, τὸν Νόμο 1228 «Περὶ ἐγγραφῆς μαθητῶν στὰ Λύκεια τῆς Γενικῆς καὶ Τεχνικῆς - Ἐπαγγελματικῆς Ἐκπαιδεύσεως», μὲ τὸ ὁποῖο ἐπεβάλλετο αἰφνιδίως στοὺς Ἕλληνες τὸ λεγόμενο Μονοτονικὸ σύστημα γραφῆς. Ἡ Ἀντιπολίτευσι, καταληφθεῖσα ἐξ ἀπήνης, ἀντέδρασε, ἐζήτησε ἀναβολή, ὥστε νὰ ὑπάρξη ἡ δυνατότητα νηφαλίου μελέτης καὶ ἐπεξεργασίας ἑνὸς τόσο σοβαροῦ θέματος ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, πλὴν ματαίως, ὁπότε ἐγκατέλειψε διαμαρτυρομένη τὴν αἴθουσα. Τὸ Μονοτονικό, περιβεβλημένο διάτρητο κοινοβουλευτικὸ μανδύα, ἔγινε Νόμος τοῦ Κράτους καὶ ἀπὸ τὴν ἑπομένη ἐπεβλήθη στὴν ἐκπαίδευσι καὶ στὶς δημόσιες ὑπηρεσίες καὶ ὀργανισμοὺς μὲ ἀσυνήθη ζῆλο, ἤ, γιὰ νὰ εἴμεθα εἰλικρινέστεροι, μὲ ἀνείπωτη σκοταδιστικὴ μανία καὶ καταθλιπτικὴ βία.

Σε άλλες σελίδες μου έχω μιλήσει για το βραβείο Χρυσό Πέταλο, το οποίο σκοπεύω κάποτε να καθιερώσω, σε μνήμη Ντάσιελ Χάμετ, και που θα το απονέμω σε όποιον συμπυκνώσει τα πιο πολλά ψέματα μέσα στις πιο λίγες προτάσεις. Τα παραπάνω κείμενα, είτε του Σκανδαλολόγου της Ευθύνης είτε του προκαθήμενου της ελληνοχριστιανοσύνης, ασφαλώς θέτουν σοβαρή υποψηφιότητα για το βραβείο αυτό. Θα προσπαθήσω να δείξω γιατί το λέω αυτό.

Όποιος ξέρει έστω και λίγα από τις εργασίες των κοινοβουλίων, και όχι μόνο του ελληνικού, θα ξέρει ότι η μεταμεσονύκτια ψήφιση νομοσχεδίων είναι κοινός τόπος. Σε περιπτώσεις μάλιστα όπου οι συσχετισμοί δυνάμεων είναι δεδομένοι, η ψήφιση αυτή συχνά γίνεται από ελάχιστους βουλευτές. Επομένως, είναι εκ προοιμίου κακόπιστος όποιος βασίζει την κριτική του στο γεγονός ότι το νομοσχέδιο ψηφίστηκε μετά τα μεσάνυχτα.

Ωστόσο, στο κείμενο του σκανδαλολόγου, υπάρχει όχι απλώς κακόπιστη παρουσίαση της πραγματικότητας, αλλά κατάφωρο ψέμα, ότι δηλαδή η τροπολογία περί καθιερώσεως του μονοτονικού εισήχθη «κοντά στα μεσάνυχτα». Το ίδιο ψέμα επαναλαμβάνει ο ιεράρχης, όταν λέει ότι «τις μεσονύκτιες ώρες» της 11ης Ιανουαρίου ο υπουργός εισήγαγε την τροπολογία. Ποια είναι η αλήθεια;

Η αλήθεια βρίσκεται στα πρακτικά της συνεδρίασης, αλλά οι πολυτονιάται την κρύβουν επιμελώς. Στα πρακτικά λοιπόν, διαβάζουμε ότι η συνεδρίαση άρχισε στις 18.50 της 11ης Ιανουαρίου, υπό την προεδρία του Ιω. Αλευρά. Στην αρχή έγινε ανάγνωση των ανακοινώσεων και αναφορών που είχαν κατατεθεί, και στη συνέχεια το σώμα πέρασε στην ημερήσια διάταξη της νομοθετικής εργασίας. Με την έναρξη της συζήτησης ο Υπουργός Παιδείας Ελευθ. Βερυβάκης κατέθεσε την τροπολογία περί μονοτονικού! Και αμέσως μετά ο Ευάγγελος Αβέρωφ, Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, πήρε το λόγο για να δηλώσει ότι το κόμμα του «δεν αντιτίθεται κατ’ αρχήν» στο μονοτονικό αλλά θα ήθελε να υπάρχει μια ειδική μελέτη. Πήραν το λόγο ο υπουργός και ο Γιάννης Κουτσοχέρας, δόθηκαν εξηγήσεις, και άρχισε να συζητιέται το κυρίως νομοσχέδιο.

Πότε έγιναν αυτά; Όπως είπα, η συνεδρίαση της Βουλής άρχισε στις 18.50. Άλλη χρονική ένδειξη δεν υπάρχει στα πρακτικά. Χοντρικά (και γενναιόδωρα) υπολόγισα ότι για να διαβαστούν οι αναφορές που είχαν κατατεθεί στο σώμα θα χρειάστηκε περίπου μία ώρα, οπότε μπορούμε με μεγάλη βεβαιότητα να τοποθετήσουμε την κατάθεση της τροπολογίας γύρω στις 8 μ.μ., αφού έγινε με την έναρξη της συζήτησης. Επομένως: η τροπολογία κατατέθηκε σε εντελώς κανονική ώρα κοινοβουλευτικών εργασιών, πολύ νωρίτερα από τις μεσονύκτιες ώρες του κ. Χριστόδουλου ή το «κοντά στα μεσάνυχτα» του σκανδαλολόγου της Ευθύνης. Κρίνοντας με κοινοβουλευτικούς όρους, όπου τα ξενύχτια είναι κοινός τόπος, δεν θα πέφταμε πολύ έξω αν λέγαμε ότι η τροπολογία κατατέθηκε σχεδόν «ντάλα μεσημέρι» για να θυμηθούμε και τον Κώστα Λουλέ. Στην πραγματικότητα, τα μόνα μεσάνυχτα είναι αυτά που φαίνεται να έχει ο ιεράρχης και οι περί αυτόν πολυτονιάται.

Βέβαια, το μεσονύκτιο ψέμα δεν είναι το μοναδικό της αρμαθιάς· είναι απλώς το πιο ανθεκτικό, αφού για να το ανασκευάσει κανείς πρέπει να κάνει τον κόπο να ανατρέξει στα πρακτικά. Για τα άλλα ψέματα, ή μισές αλήθειες, ή ανακρίβειες, έχω ήδη δώσει μερικές απαντήσεις στο κείμενο περί Δράκας. Επιγραμματικά:

α) λένε οι πολυτονιάται για την τροπολογία ότι εισήχθη «με άρθρο της προσκολλήσεως» σε νόμο άσχετο: πρόκειται για πάγια πρακτική όλων των κυβερνήσεων τουλάχιστον από το 1974 έως σήμερα, να διεκπεραιώνεται το νομοθετικό έργο με τροπολογίες σε λίγο-πολύ άσχετα νομοσχέδια. Κρίνοντας από τη σημερινή πρακτική, μπορούμε να πούμε ότι το νομοσχέδιο στο οποίο προσκολλήθηκε η τροπολογία για το μονοτονικό δεν ήταν και τόσο άσχετο (ουσιαστικά αφορούσε την κατάργηση των εξετάσεων για το Λύκειο) τη στιγμή που, λ.χ. πρόσφατα η ιδιωτικοποίηση της Ολυμπιακής εισήχθη ως τροπολογία σε νομοσχέδιο με τίτλο «μέτρα ενάντια στη νομιμοποίηση των εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες»·

β) λένε ότι ήταν αντισυνταγματική η τροπολογία, επειδή ήταν άσχετη. Όλα τα κακά μπορεί να τα είχε η τροπολογία, αλλά αντισυνταγματική δεν ήταν· πολύ αργότερα, σε επόμενη αναθεώρηση του Συντάγματος, έγινε αντισυνταγματική η κατάθεση άσχετων τροπολογιών. Ωστόσο, αυτό δεν έχει εμποδίσει τις κυβερνητικές πλειοψηφίες να κολλάνε όσες και όποιες τροπολογίες βαστάει η όρεξή τους σε άσχετα νομοσχέδια·

γ) λένε ότι εισήχθη αιφνίδια ή απροειδοποίητα· κι αυτό είναι ψέμα. Ήταν γνωστό και είχε ανακοινωθεί από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο ότι επρόκειτο να έρθει στη Βουλή η καθιέρωση του μονοτονικού, μάλιστα στις 29 Νοεμβρίου 1981 είχε ανακοινωθεί ότι θα έρθει προς ψήφιση πριν από τα Χριστούγεννα· μήπως οι πολυτονιάται εννοούν για αιφνιδιασμό ότι ήρθε μετά τις γιορτές και όχι πριν;

δ) λένε ότι δεν ρωτήθηκε ο λαός, ούτε η Ακαδημία, ούτε τα πανεπιστήμια, ούτε οι ενώσεις των λογοτεχνών. Όμως τα αρμόδια όργανα της πολιτείας (το ΚΕΜΕ του Υπουργείου Παιδείας) είχε γνωμοδοτήσει υπέρ του μονοτονικού ήδη από το 1977 επί κυβερνήσεων Καραμανλή. Οι ενώσεις των εκπαιδευτικών είχαν ταχθεί αναφανδόν υπέρ του μονοτονικού, ακόμη και απεργίες έκαναν με το αίτημα αυτό. Η Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών είχε κι αυτή ζητήσει το μονοτονικό και συγχάρηκε την κυβέρνηση που το καθιέρωσε. Όσοι πανεπιστημιακοί και ιδίως γλωσσολόγοι είχαν εκφραστεί, είχαν ομόφωνα υποστηρίξει την ανάγκη να καθιερωθεί μονοτονικό, για παράδειγμα ο Γ. Μπαμπινιώτης είχε από το 1978 τονίσει ότι είναι «δυνατή και ιστορικά δικαιολογημένη η τονική απλοποίηση ή και κατάργηση ακόμη της διακρίσεως των τόνων (μονοτονικό σύστημα) υπό την προϋπόθεση φυσικά ότι θα δηλώνεται η τονιζόμενη συλλαβή με κάποιο διακριτικό σημείο». Το μονοτονικό είχε άλλωστε επίσημα υιοθετηθεί από τη Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης και άλλα πανεπιστημιακά όργανα ή ιδρύματα.

Αυτά τα ψέματα έβγαλε από το νου του ο σκανδαλολόγος πολυτονιάτης του περιοδικού «Ευθύνη», αλλά ο προκαθήμενος της εκκλησίας, που τα ενστερνίστηκε και τα αναμετάδωσε, θέλησε να προσθέσει και το δικό του λιθαράκι στο οικοδόμημα της ψευτιάς, έτσι λέει ότι «από την επομένη» το μονοτονικό επεβλήθη στην εκπαίδευση –κάτι που είναι αρλούμπα πρώτου μεγέθους. Φυσικά, το μονοτονικό στην εκπαίδευση εφαρμόστηκε με την έναρξη της επόμενης σχολικής χρονιάς, τον Σεπτέμβριο του 1982.

Πιστεύω λοιπόν ότι ανασκεύασα και τα πέντε (συν ένα) ψέματα που διαδίδουν σήμερα οι πολυτονιάται, με κορωνίδα το τρανταχτό ψέμα ότι η κατάθεση της τροπολογίας έγινε μεσάνυχτα. Τα μόνα μεσάνυχτα, το ξαναλέω, είναι τα μεσάνυχτα των πολυτονιατών και του ιεράρχη.


βλ. επίσης εδώ από τις πηγές για το τί πραγματικά ειπώθηκε στην βουλή κι αν ήταν πράγματι δυο τρεις που βαριόντουσαν ή ένα έθνος που έκρινε πως ήρθε ο καιρός να προχωρήσει στο αυτονόητο: Τι ειπώθηκε στη Βουλή του 1976 για το μονοτονικό

Κι αυτό έχει πολύ ενδιαφέρον: Από το 1976 έως το 1982
 

Φαροφύλακας

Υποθετικός Σοφέρ
Προσωπικό λέσχης
< άλλαξα το κείμενο που παράθεσα στην παραπανω ανάρτηση.. μια ανανέωση στην σελίδα παρακαλώ.. (Γλωσσολάγνε, βλέπω πως το διαβάζεις :) ) >
 
Ευχαριστώ, αλλά επιτρέψτε μου να εξακολουθώ προσκολημένος στου Οδυσσέως το λόγιο άρμα........και όχι στου Μπαμπινιώτη βεβαίως (του καρεκλοκενταύρου)

Ο. Ελλύτης
[Ἀπὸ τὰ δημόσια καὶ τὰ ἰδιωτικὰ, Ἴκαρος 1990.]

Πῆρε νὰ χειμωνιάζει, πλήθυναν οἱ ἄδειες καρέκλες γύρω μου. Ἔχω πιάσει γωνιὰ καὶ πίνω καφέδες, φουμέρνοντας ἀντικρὺ στὸ πέλαγος. Θὰ μποροῦσα νὰ περάσω ἔτσι μιὰ ζωὴ ὁλόκληρη, ἂν δὲν τὴν ἔχω κιόλας περάσει. ᾽Ανάμεσα σὲ μιὰ παλιὰ ξύλινη πόρτα ξεβαμμένη ἀπ᾽ τὸν ἥλιο κι ἕνα κλωναράκι γιασεμιοῦ τρεμάμενο· ποὺ ἔτσι καὶ συμβεῖ νὰ μοῦ λείψουν μιὰ μέρα, ἡ ἀνθρωπότητα ὄλη θὰ μοῦ φαίνεται ἄχρηστη. Σχεδὸν σοβαρολογῶ. ᾽Επειδὴ ἐδῶ δὲν πρόκειται πιὰ γιὰ τὴ φύση, ποὺ αὐτήν, πιστεύω, εἶναι πιὸ σημαντικὸ νὰ τὴ διαλογίζεσαι παρὰ νὰ τὴ βιώνεις· οὔτε κὰν γιὰ τὴν παράδοση. Πρόκειται γιὰ τὴ βαθύτερη ἐκείνη δύναμη τῶν ἀναλογιῶν ποὺ συνέχει τὰ παραμικρὰ μὲ τὰ σπουδαῖα ἢ τὰ καίρια μὲ τὰ ἀσήμαντα, καὶ διαμορφώνει κάτω ἀπὸ τὴν κατατεμαχισμένη τῶν φαινομένων ἐπιφάνεια ἕνα πιὸ στερεὸ ἔδαφος γιὰ νὰ πατήσει τὸ πόδι μου —παραλίγο νὰ πῶ ἡ ψυχή μου.

Μέσα σ᾿ ἕνα τέτοιο πνεῦμα εἷχα κινηθεῖ ἄλλοτε, ὅταν ἔλεγα ὅτι ἕνα τοπίο δὲν εἷναι, ὅπως τὸ ἀντιλαμβάνονται μερικοί, κάποιο ἁπλῶς σύνολο γῆς, φυτῶν καὶ ὑδάτων. Εἷναι ἡ προβολὴ τῆς ψυχῆς ἑνὸς λαοῦ ἐπάνω στὴν ὕλη.

Θέλω νὰ πιστεύω —καὶ ἡ πίστη μου αὐτὴ βγαίνει πάντοτε πρώτη στὸν ἀγώνα της μὲ τὴ γνώση— ὅτι, ὅπως καὶ νὰ τὸ ἐξετάσουμε, ἡ πολυαιώνια παρουσία τοῦ ἑλληνισμοῦ πάνω στὰ δῶθε ἢ ἐκεῖθε τοῦ Αἰγαίου χώματα ἔφτασε νὰ καθιερώσει μιὰν ὀρθογραφία, ὅπου τὸ κάθε ὠμέγα, τὸ κάθε ὕψιλον, ἡ κάθε ὀξεία, ἡ κάθε ὑπογεγραμμένη, δὲν εἶναι παρὰ ἕνας κολπίσκος, μιὰ κατωφέρεια, μιὰ κάθετη βράχου πάνω σὲ μιὰ καμπύλη πρύμνας πλεούμενου, κυματιστοὶ ἀμπελῶνες, ὑπέρθυρα ἐκκλησιῶν, ἀσπράκια ἢ κοκκινάκια, ἐδῶ ἢ ἐκεῖ, ἀπὸ περιστεριῶνες καὶ γλάστρες μὲ γεράνια.

Εἶναι μιὰ γλώσσα μὲ πολὺ αὐστηρὴ γραμματική, ποὺ τὴν ἔφκιασε μόνος του ὁ λαός, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ δὲν ἐπήγαινε ἀκόμη σχολεῖο. Καὶ τὴν τήρησε μὲ θρησκευτικὴ προσήλωση κι ἀντοχὴ ἀξιοθαύμαστη, μέσα στὶς πιὸ δυσμενεῖς ἑκατονταετίες. Ὥσπου ἤρθαμ᾿ ἐμεῖς, μὲ τὰ διπλώματα καὶ τοὺς νόμους, νὰ τὸν βοηθήσουμε. Καὶ σχεδὸν τὸν ἀφανίσαμε. ᾽Απὸ τὸ ἕνα μέρος τοῦ φάγαμε τὰ κατάλοιπα τῆς γραφῆς του καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο τοῦ ροκανίσαμε τὴν ἴδια του τὴν ὑπόσταση, τὸν κοινωνικοποιήσαμε, τὸν μεταβάλαμε σὲ ἕναν ἀκόμα μικροαστό, ποὺ μᾶς κοιτάζει ἀπορημένος ἀπὸ κάποιο παραθυράκι κάποιας πολυκατοικίας τοῦ Αἰγάλεω.

Δὲν ἀναφέρομαι σὲ καμιὰ χαμένη γραφικότητα. Οὔτε θυμᾶμαι νά ᾽χω ζήσει σὲ καμιὰ καλὴ ἐποχὴ γιὰ νὰ τὴ νοσταλγῶ. Ἁπλῶς, δὲν ἀνέχομαι τὶς ἀνορθογραφίες. Μὲ ταράζουν. Νιώθω σὰν ν᾿ ἀνακατώνονται τὰ γράμματα στὸ ἴδιο μου τὸ ἐπώνυμο, νὰ μὴν ξέρω ποιὸς εἶμαι, νὰ μὴν ἀνήκω πουθενά. Τόσο πολὺ αἰσθάνομαι νὰ εἶναι ἡ ζωή μου συνυφασμένη μ᾿ αὐτὴν τὴν «ὑδρόγεια λαλιά», ποὺ δὲν εἶναι παρὰ ἡ ὀπτικὴ φάση τῆς ἑλληνικῆς λαλιᾶς, τῆς ἱκανῆς μὲ τὴ διπλή της ὑπόσταση νὰ ὁμιλεῖ καὶ νὰ ζωγραφίζει συνάμα. Καὶ ποὺ ἐξακολουθεῖ ἀθόρυβα ὅσο καὶ δραστικά, παρὰ τὶς ἄνωθεν ἐπεμβάσεις, νὰ εἰσχωρεῖ ὁλοένα μέσα στὴν ἱστορία καὶ μέσα στὴ φύση ποὺ τὴ γέννησαν, ἔτσι ὥστε νὰ μετατρέπει τεράστιες ποσότητες παρελθόντος χρόνου σὲ παρόν, καὶ νὰ μετατρέπεται ἀπὸ τὸ παρὸν αὐτὸ σὲ ὄργανο προικισμένο μὲ τὴ δύναμη νὰ ὁδηγεῖ τὰ στοιχεῖα τῆς ζωῆς μας στὴν πρωτογενὴ φυσική τους ἀλήθεια.Ὅμως, γιὰ νὰ τὸ ἀντιληφθεῖ αὐτὸ κανείς, πρέπει νά ᾽χει περάσει ἀπ᾿ ὅλες τὶς διεργασίες, ὅσες ἀπαιτοῦνται γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ διακρίνει ποῦ κεῖται τὸ καίριο. Τὸ καίριο στὴ ζωὴ αὐτὴ κεῖται πέραν τοῦ ἀτόμου. Μὲ τὴ διαφορὰ ὅτι, ἂν δὲν ὁλοκληρωθεῖ κανεὶς σὰν ἄτομο —κι ὅλα συνωμοτοῦν στὴ ἐποχή μας γι᾿ αὐτὸ— ἀδυνατεῖ νὰ τὸ ὑπερβεῖ.

Σ᾿ αὐτὸ τὸ σημεῖο σταύρωσης βρισκόμαστε σήμερα, ποὺ οἱ περισσότεροι ἀδυνατοῦν, ἐπὶ παραδείγματι, νὰ ἐκτιμήσουν τὴν ὑγεία ἐπειδὴ δὲν ἔτυχε ν᾿ ἀρρωστήσουν, ἢ ἐπειδὴ —τὸ χειρότερο— θεώρησαν «καίριο» τὴν ἀρρώστια. Ὁ μηχανισμὸς μιᾶς λειτουργίας ὅπως αὐτὴ ἀντανακλᾶ πάνω στὴ λογοτεχνία μας, τὴν καταδυναστεύει, τὴν ὑποβάλλει σ᾿ ἕνα εἶδος παραμορφωτικῆς ἀρθρίτιδας, ποὺ ἐξαιτίας μιᾶς μακρᾶς καὶ συνεχοῦς τακτικῆς ἐκλαμβάνεται ὡς ἡ μόνη φυσιολογική.

Και τέλος αυτά:

Φαίνεται πὼς ἡ ζωὴ αὐτὴ δὲν ἔγινε γιὰ νὰ ἐπιτευχθεῖ «κάτι δύσκολο ἢ κάτι τὸ ὑψηλό». Καθόλου. Ἔγινε γιὰ τὴν εὐκολία μας. «Πονάει δόντι, βγάζει δόντι» ποὺ ἔλεγαν οἱ παλαιοί. Πονάει περισπωμένη, βγάζει περισπωμένη· πονάει δασεῖα, βγάζει δασεῖα. Καὶ λαμπρὰ ταιριάζουν ὅλα.

Συγνώμην, ἀλλὰ τὸ σώβρακό σου δὲν τ᾿ ἀφήνεις νὰ φαίνεται ποτέ του. Ἀλλὰ τὸ φορεῖς. Δὲν εἶναι τὸ πρακτικὸ μέρος τῶν πραγμάτων ποὺ πρωτεύει στὴ ζωή μας. Τὰ τρία τέταρτα τῆς ἀνθρωπότητας διαβιοῦν κατὰ λάθος. Διαγράφουν τὸ περιττόν, καὶ ἂς εἶναι ὡραῖον, κερδίζοντας μερικὰ εἰκοσιτετράωρα πλήξης. Ἀλλοῦ, μακριά τους στάζει ὁ χυμός, ἔστω καὶ ὡς ἦχος στὰ χείλη μιᾶς θυγατρὸς τοῦ Ὁμήρου.
 
Απόλλωνα, δεν πήρε το μάτι μου σε αυτό το νήμα να έχει παραπέμψει κάποιος σε άποψη του Μπαμπινιώτη (αν κάνω λάθος, διόρθωσέ με). Πριν την πανέμορφη ανάρτηση του Ελύτη, ήθελα να κάνω μια επέμβαση και να πω ότι βαρέθηκα πραγματικά να βλέπω τα κατεβατά του Σαραντάκου εδώ μέσα, ο οποίος αφενός δεν είναι γλωσσολόγος και αφετέρου εγώ προσωπικά δεν αντέχω τον τρόπο που επιχειρηματολογεί, ακόμα κι αν συμφωνώ σε όλα όσα λέει.

Ήθελα, λοιπόν, να πω ότι πάνω σε ένα γλωσσικό ζήτημα, όπως είναι αυτό που συζητάμε, αν θέλουμε να προβάλουμε επιχειρήματα, πρέπει να ανατρέξουμε στις απόψεις των ειδικών του κλάδου, δηλαδή στους γλωσσολόγους. Γιατί πραγματικά όσο κι αν εμείς αγαπάμε τη γλώσσα μας, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, οι καλοί γλωσσολόγοι όχι μόνο την αγαπούν αλλά μπορούν να διακρίνουν και άλλα πράγματα, που εμάς κάποιος πρέπει να μας τα πει για να τα αντιληφθούμε. Δεν θα δώσω ονόματα, δεν θα βάλω λινκ, ούτε να παραθέσω άλλο ένα κατεβατό. Όποιος θέλει να ενημερωθεί μπορεί να το κανει μόνος του. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι οι γλωσσολόγοι (και... ΠΡΟΣΟΧΗ! η λέξη αυτή δεν είναι συνώνυμη του Μπαμπινιώτη) λένε ότι το να μιλάμε πλέον, τόσα χρόνια μετά, για επιστροφή του πολυτονικού, δείχνει όχι κρίση της γλώσσας μας, αλλά κρίση της κοινωνίας μας. Συμφωνώ απόλυτα με αυτήν την άποψη, γιατί κάνει μπαμ από μέτρα μακριά ότι η κουβέντα του πολυτονικού έτσι όπως συνεχίζεται εδώ έχει καθαρά πολιτική χροιά.

Σκέψου πότε γεννήθηκε ο Ελύτης. Πριν την καταστροφή της Σμύρνης! Σκέψου πότε γεννήθηκες εσύ, ή εγώ και σκέψου ότι η Πολύνιους θα μπορούσε άνετα να είναι κόρη μου (την αναφέρω γιατί με αφορμή τα λόγια της πιαστήκαμε πάλι με το πολυτονικό). Δυστυχώς, ο καιρός περνάει, οι καταστάσεις αλλάζουν και μαζί με τις καταστάσεις αλλάζουν και οι γλώσσες, όπως οφείλουν να κάνουν όσο είναι ζωντανές. Μπορεί εσύ να σκέφτεσαι με νοσταλγία το πολυτονικό, μπορεί να σκέφτεσαι όπως ο Ελύτης, αλλά πες μου αλήθεια, αν εμείς κληροδοτούσαμε στις νεότερες γενιές την περισπωμένη, τι καλό θα τους κάναμε; Η απάντηση που δίνω εγώ είναι "απολύτως τίποτα", αφού ο ρόλος της είναι μονάχα διακοσμητικός.

Κλείνοντας να πω ότι η συνέχεια της γλώσσας μας υπάρχει και θα συνεχίσει να υπάρχει όσο μιλιέται, ανεξάρτητα από τις αλλαγές που θα υποστεί. Ξέρεις τι παθαίνουν τα Αγγλάκια όταν πρωταντικρίζουν Σαίξπηρ; Άλλος κόσμος τους φαίνεται. Και μιλάμε για μια γλώσσα λίγων αιώνων πριν, όχι δύο χιλιετηρίδων... Αυτά από μένα :)
 

Αντέρωτας

Ξωτικό του Φωτός
Προσωπικό λέσχης
Μπορεί εσύ να σκέφτεσαι με νοσταλγία το πολυτονικό, μπορεί να σκέφτεσαι όπως ο Ελύτης, αλλά πες μου αλήθεια, αν εμείς κληροδοτούσαμε στις νεότερες γενιές την περισπωμένη, τι καλό θα τους κάναμε; Η απάντηση που δίνω εγώ είναι "απολύτως τίποτα", αφού ο ρόλος της είναι μονάχα διακοσμητικός.
Εχω ακουσει το επιχειρημα οτι η διδασκαλια του πολυτονικου, ως πιο περιπλοκου συστηματος, ωφελει τον εγκεφαλο. Δεν ξερω ποσο στεκει επιστημονικά ή παιδαγωγικά αυτό, αλλά θα ήθελα να ακούσω κάποιες απόψεις.

Ενας νομος του Μέρφυ λέει "Ο,τι είναι ωραίο είναι ή βλαβερό ή παράνομο". Πιθανότατα θα ισχύει και το ανάποδο: ο,τι είναι δύσκολο, περίπλοκο, κουραστικό, επώδυνο ή μαζοχιστικό, θα είναι και ωφέλιμο.

Δε νομίζω όμως οτι μου αρέσει αυτή η οπτική. Αν θέλω να σκληραγωγηθώ πνευματικά υπάρχουν καλύτεροι τρόποι, όπως να λύνω 20 σουντόκου τη μέρα, να κάνω διαλογισμό, να κάνω ασκητική, να γυμνάζομαι ενώ ταυτόχρονα αποστηθίζω Σέξπηρ, να προσπαθώ να συγκεντρωθώ σε 10 θέματα ταυτόχρονα και πάει λέγοντας. Ας αφήσουμε τη χρηστική γλώσσα και τους μαθητές έξω απο αυτό, αλλιώς ας τους διδάσκουμε και κβαντομηχανική απο το Δημοτικό μπας και αναπτύξουν υπερ-εγκέφαλο μεγαλώνοντας.

Στο συγκεκριμένο ζήτημα υιοθετώ στάση μινιμαλισμού και ωφελιμισμού: εφόσον κάτι δεν έχει σαφή χρηστικότητα, καλύτερο θα είναι να μην υπάρχει. Τέλειο δεν είναι αυτό που δεν βελτιώνεται, αλλά αυτό που δεν αφαιρείται.

Τα παραπάνω τα γράφει ένας άνθρωπος που 10 χρόνια έκανε πιάνο και 15 χρόνια γράφει σε υπολογιστή, και ακόμα δεν μπορεί να συντονίσει τον τόνο πάνω στο σωστό γράμμα.
 
Last edited:
Top