Τζίμης Πανούσης: “Το κυνήγι της γκόμενας”



Τίτλος: Το κυνήγι της γκόμενας
Συγγραφέας: Τζίμης Πανούσης
Εκδόσεις: Opera
Έτος έκδοσης: 2005
Έτος πρώτης έκδοσης: 1992
Διαστάσεις: 21χ14
Αριθμός σελίδων: 192
ISBN: 960-7073-24-Χ


«Γεια σας και χαρά στα σκέλια τους οι ανύπαντρες»,

θα έλεγε ένα χυδαίο πρόσωπο που δεν είναι εδώ τώρα (έχει λαϊκή σήμερα), εγώ κρατάω μόνο το «Γεια».
Το έργο, μου είπε να σας μεταφέρω τα παρακάτω λόγια: «Παρακαλώ, μη μου κάνετε δυσμενή μετάθεση στα διηγήματα ή στα πορνό, είμαι μυθιστόρημα της σύγχρονης καταπιεσμένης νοικοκυράς που θέλει να γίνει Σουζάνα κλασικής παιδείας και επιμόρφωσης, απλώς είμαι μικρή για μυθιστόρημα και ως νουβέλα δυτικής χάρης θέλω να με τοποθετήσετε σαν ιδιαιτέρα του αφεντικού.
Τσάο ομορφόπαιδα».

Ό,τι πάρεις 1 ευρώ:

Παραμορφωτικοί καθρέφτες και παράνομες σύγχρονες προσπεράσεις, μέσα απ' τους πολυπληθείς αστικούς μύθους και μπροστά στα άγρια ένστικτα τού ένστολου κυνηγού άπλυτων κεφαλών· εξωπραγματικός ελληνικός πολιτισμός και διαιώνιση του είδους τής Πανούσειας σάτιρας. Ανύπαρκτες διαχωριστικές γραμμές μπροστά στα ορθάνοιχτα πόδια της θηλυκής πολιτοφυλακής, πειναλέο βουκολικό βλέμμα και υπερπόντιος αυνανισμός. Ιστορίες βαθιά κρυμμένες στο αδικημένο μας βρακί, η άνοδος και η πτώση τού μαραμένου μας εγωισμού, που μάταια θα ψάχνει στα χαμένα μας όνειρα μία ιδανική εκσπερμάτιση· η ποινική δικαίωση του μαλάκα στην πράσινη γραμμή των ονείρων μας (γνωστό γειτονόπουλο του Εφιάλτη, που αρίστευσε στις Πανελλήνιες).
Με λίγα λόγια: καλή κι η κυνηγετική περίοδος αλλά να είχαμε κι ένα τσιγάρο για τις καούρες τής εγκεφαλικής μας επεισοδιακής υπερφαγίας. Η χαρά της μαλακίας (που θα έλεγε κι ο τσόγλανος τού αχώνευτου συνδικαλιστή σαλτιμπάγκου. Ένα βιβλίο σταθμός (Αθήνα – Κλειτορίδα, τρεις και είκοσι), ένα βιβλίο που δεν πρέπει να λείπει από καμία ελληνική οικογένεια, που σέβεται το θηλυπρεπή πλανητικό της είδωλο, το απόγειο της κωλοφαρδίας που μας δέρνει όταν δεν τρώμε όλο μας το φαγητό. Η διάθεση και ο αυτοσκοπός του συγγραφέα είναι γνωστός στα όργανα, χυδαίος και παραπλανητικός. Βρόμικος μέχρι αλλαγής φύλου, ένα μανιφέστο κλασικής προπαγάνδας και άκαιρων κατασκόπων, χρήση απροσπέλαστης τεχνολογίας στα χέρια αυτόχειρα μπανιστιρτζή απέναντι απ' την ονειρεμένη μπουγάδα της γειτόνισσας, με τα μικροσκοπικά γαλανόλευκα εσώρουχά της.

Ξεστραβωνόμαστε και διαβάζουμε, σε ανάποδο μαύρο φόντο:

“Ο Τζίμης Πανούσης, Αμερικανός συγγραφέας και δημοσιογράφος, γεννήθηκε το 1842 στο Οχάιο. Συνεργάτης στην εφημερίδα Examiner του Ουίλιαμ Χριστ, καθιερώνεται ως ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς της δύσης. Χιουμορίστας, προκλητικός, μακάβριος και τρυφερός, αντίζηλος του Μαρκ Τουέιν, θαυμαστής του Πόε και του Κραν, ο ταλαντούχος Πανούσης γνωρίζει τη δόξα και την καταξίωση με τα διηγήματά του για τον εμφύλιο πόλεμο μεταξύ Βορείων και Νοτίων, στον οποίο συμμετέχει κι ο ίδιος. Σκοτώνεται το 1913 στην επανάσταση του Μεξικού. Ο Πανούσης είναι αναγνωρισμένος ως ο πρόδρομος του σύγχρονου αμερικανικού διηγήματος.”

Το βιβλίο τού πολύπειρου ευγενή, χωρίζεται σε τριάντα γυναικεία σκισμένα καλσόν. Τριάντα γνήσιες περιπέτειες υψηλού πυρετού για τη διάσωση του είδους γκόμενα-γκόμενα, και σαν σύγχρονος φυσιοδίφης ξετρυπώνει τις μοιραίες πτήσεις του αδικοχαμένου σπέρματος. Εγώ θα έλεγα ως μέγιστο σουξέ του καλοκαιριού: «Θα τα κάψω τα ρημάδια τα λεφτά μου, αν δεν βρω κι εγώ μια γκόμενα».
Η μπαλαρίνα και ο Δάκος, Η φρεγάτα της ηδονής, Ευγενία Ξελιγωμένη, Μάνα Ρουμάνα, Χάιδω Παλαιοβερμούτ, Ελευθερία Φιλελεύθερη, Φάνη Again-Κατρουλιά, Οι εραστές της κατσίκας, Πολίτες, γουρούνια ψηφοφόροι, Ελένη Παρθένη-Ξεσκισμένου, Ελευθερία Μπέμπελη· είναι μερικά από τα γυναικεία απωθημένα του Σάτυρου βιοπαλαιστή Πανούση. Ως γνήσιο παραπαίδι του μέθυσου αυνανισμού συμφωνώ και ανταποκρίνομαι στο ερωτικό κάλεσμα. Στις μύτες, για να παιδεύομαι όταν φτάσω στην κορύφωση του έργου. Η τελευταία φορά που μαλακίζομαι, τ' ορκίζομαι (πάει δεν πάει ο παίχτης θα βαράει).
Το βιβλίο τούτο, πέρα από κλασικό αριστούργημα έχει και σπάνιες φωτογραφίες από κινηματογραφικά έργα, σταθμοί στην ελληνική φέτα· ένα σπάνιο ντοκουμέντο που ελάχιστοι συλλέκτες απ' όλο τον κόσμο κατέχουν σε Ελβετικές θυρίδες. Εικόνες πανικού και ηδονής:
Τρούμπα, Παγώνα, Η παριζιάνα, Μανταλένα, Γυμνή χίμαιρα, Γυμνό κορμί για δόλωμα, Μαινόμενη σάρκα, Ηδονή, Λόλα, Κορίτσια για μια νύχτα. Μερικές από τις ταινίες εξέλιξης του εξαρτημένου κινηματόγραφου και της 7ης χειροτεχνίας.

Αυστηρή προειδοποίηση:

Η ανάγνωση και η προβολή του έργου απαγορεύεται σε απομονωμένες περιοχές, απαγορεύεται η χρήση και η αναπαραγωγή των σκοπών του συγγραφέα, βάση του νόμου περί γηπεδικής βίας, απαγορεύεται αυστηρά η χρήση του ως σκεύος ηδονής και προτροπής για ανεξέλεγκτα όργια πάνω από δεκαπέντε άτομα. Ποινή φυλάκισης άνω των 268 ετών ανά τρίμηνο, η περισυλλογή σκέψης και βιβλίου διώκονται ποινικά.
Προστατέψετε γυναικόπαιδα και άτομα με ατομικές ανελευθερίες. Όχι σκουπίδια, όχι πλαστικά σε θάλασσες, ακτές και μυαλά.
Θα το βρείτε σε όλα τα λαθρομεταναστευτικά παντοπωλεία, τιμή γνωριμίας: 1 παρθενία καλοσύνης.

Με μία πεινασμένη ματιά και διά του λόγου το ανασφαλές:

[Ελεονώρα Δελαπόρτα]

[...]Εμπρός στο δρόμο που χάραξε η Δήμητρα, η θεά του εφημεριδοχώραφου, που άπλωσε τα στήθια της σ' όλα τα πρωτοσέλιδα της Ευρώπης για να γιάνει ο δικός της και να εξευμενίσει τους πλανήτες. Οι Ευρωπαίοι αφέντες άρχισαν να ανησυχούν. Μαύρα φίδια της ανατολής τούς ζώσανε! Πώς να κάτσουνε στο ίδιο τραπέζι με τους κομπογιαννίτες μελαχρινούς εταίρους, που στέλνουνε τις γυναίκες τους σε μάγισσες και χαρτορίχτρες αμφισβητώντας την Φροστ και Σάλιβαν. Ο φόβος φυλάει τους έρημους, και μια και δυο έβαλαν τις ανησυχίες τους στο ηλεκτρονικό δαγκωμένο μήλο, να τους βρει τα ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά των Ελλήνων· το μηχάνημα τα 'παιξε, άρχισε να μιλάει γιαπωνέζικα και να γράφει στην οθόνη του αλχημικούς τύπους ακαταλαβίστικους.[...]

[Χαρούλα Μούντριχα]

[...]Οι μπογιές και τα βερνίκια φεύγανε σαν ζεστό ψωμί, και η χαρά του Λάμπρου του Μούντριχα ήτανε μεγάλη. Άρχισε να σκέφτεται για το μέλλον ο μικρομεσαίος Αρβανίτης κι έβαλε πείσμα να αποκτήσει απογόνους, για να μην πάνε χαμένα τα λεφτουδάκια που μάζευε. Η γυναίκα του όμως, γέννημα θρέμμα Λιοπεσιώτισσα κι αυτή, δεν έλεγε να τεκνοποιήσει. Το ζεύγος Μούντριχα τα είχε δοκιμάσει όλα: τι καρεκλάτο, τι βαρκαόλα, τι ορθοπεταλιά με τα πόδια στο ταβάνι, δεν γινότανε τίποτα. Αναγκαστήκανε να πάνε στο Κέντρο Υγείας να ζητήσουνε τη βοήθεια της επιστήμης.[...]

[Ελευθερία Ραδιοφωνατζού]

[...]Ο εργολάβος ήξερε καλά τη δουλειά του. «Δεν είμαι Ερυθρός Σταυρός, αγαπητέ μου! Σου έλεγα εδώ και χρόνια να βάλεις ουίσκι, να βάλεις πουτάνες, να φέρνω τους πεζοναύτες που συνεργάζομαι και να γίνει τα μαγαζί αγνώριστο. Σου 'χα πει, αν θυμάσαι, να μεταγλωττίσεις και την επιγραφή, «Beautiful Greece» με νέον και τώρα θα 'σουνα μεγάλος και τρανός.
Τέλος πάντων. Αν έχεις βάλει μυαλό, κάτι μπορώ να κάνω.» Η φωνή του νεκροθάφτη τρύπαγε τα αφτιά του ταβερνιάρη.[...]


[video=youtube;G1vl1v01Ui4]http://www.youtube.com/watch?v=G1vl1v01Ui4[/video]

Σημ. Δεν θα καταθέσω στην τράπεζα γνώσης άλλες και άλλα, χρυσά εκτελεστικά αποσπάσματα του κλασικού συγγραφέα, γιατί οι παρακάτω σελίδες είναι κολλημένες (ντρέπομαι που το λέω / είμαι, κατά φαντασία, αιώνιος έφηβος...).
Οι σκληροπυρηνικοί θα με αγνοήσουν και θα φτύσουν το βιβλίο, και καλά θα κάμνουν (τρελή λέξη από το βρόμικο ΄89, όπου και γράφτηκε αυτό το θεϊκό έργο της νεοελληνικής κοινής πόρνης), οι άλλοι ας πρόσεχαν -στο μάθημα- για να μην έβγαιναν κουμπούρια οπλισμένα.

Οι εκδόσεις Opera έκαναν την υπέρβαση, τότε και πάντα (Αμήν), χαρτόκουτο το εξώφυλλο, όμορφη μικρή γραμματοσειρά σε λευκό χαρτάκι και όμορφες ασπρόμαυρες εικόνες, το κολάζ στο εξώφυλλο είναι του συγγραφέα οργανοπαίχτη και οι φωτογραφίες εντός του βιβλίου απ' τον αξέχαστο ηδονικό ελληνικό κινηματογράφο. Ένα ακόμα αρνητικό φιλμ του σπουδαίου αυτού κατασκευάσματος είναι η φτηνή κόλλα, που κάνει τα φύλλα να θέλουν ν' αποδράσουν.
Το προτείνω με κλειστά μάτια (με τα χέρια έξω απ' τις τσέπες).

Σημ.2 Για τους άπλυτους και άπληστους. Πατήστε ΕΔΩ.
 
Last edited:
Top