Αυτές τις μέρες είμαι σε μια εξωτική επαρχία.
Καθόμουν στον υπολογιστή, στο ευρύχωρο δωμάτιο, και ξάφνουν νιώθω με ένα "φλαπ" κάτι να προσγειώνεται στο σβέρκο μου. Δίχως καν να δω ήξερα πως είναι ένα σαμιαμίδι.
Έβαλα το χέρι μου, το πήρα προσεκτικά, γιατί δεν μου αρέσει όταν κόβουν τις ουρές τους εξαιτίας μου, και το άφησα στο τραπέζι. Τον κοίταξα. Του λέω "Τί φάση;" Με κοίταξε χωρίς κάποια απάντηση. Ένιωσα πως επέλεξε να πηδήξει πάνω μου για κάποιον λόγο. Ίσως για βοήθεια. Τον πήρα με ένα διάφανο καπάκι κι ένα χαρτί από κάτω και τον έβγαλα έξω. Τον άφησα πάνω στο τραπεζάκι έξω να πάει στο καλό.
Έκανα ένα-δυο πράγματα κι όταν ξαναβγήκα ύστερα από κάμποση ώρα έξω, αφηρημένος, διαπίστωσα πως ήταν ακόμη πάνω στο τραπέζι. Τον κούνησα με το δάχτυλό μου και παρότι ζούσε ακόμη, και τα μικρά του δαχτυλάκια ήταν κολλημένα στην ξύλινα επιφάνεια, λες και με κόλλα, ήταν φανερό πως αυτή ήταν η τελευταία μέρα της σύντομης ζωής του.
Το πήρα στο χέρι να τον αφήσω στα χόρτα, μήπως εκεί έχει κάποια καλύτερη ελπίδα, αλλά μου ήταν φανερό πως σύντομα θα ήταν τροφή, είτε των μυρμηγκιών, είτε σε κανα πουλάκι.
Ακριβώς μπροστά από την πόρτα μου έχει ένα μικρό καναλάκι πέρα-πέρα, όπως συνηθίζουν σε αυτά τα μέρη, και το συγκεκριμένο έχει μέσα γατόψαρα. Ένα μεγάλο γκριζοπό, 6 ετών, που όταν φοβηθεί κουνιέται σηκώνοντας την λάσπη του πάτου και κρύβεται μέσα στην θολούρα, και μερικά μικρά, λευκά στο χρώμα.
Έριξα μέσα το μικρό σαμιαμίδι το οποίο έπεσε ανάσκελα, με την κατάλευκη κοιλίτσα να κάνει αντίθεση στο σκοτεινό νερό. Επέπλε χωρίς να κινείται. Το γατόψαρο ενεργοποιήθηκε, άρχισε να κάνει βόλτες αλλά σαν να μην έβλεπε τον μικρουλίνο.
Μπήκα μέσα. Όταν ξαναβγήκα, το σαμιαμίδι δεν ήταν πια εκεί.
Αναρωτιέμαι. Γιατί πήδηξε πάνω μου (from all places) ?
Ανταποκρίθηκα σε κάποια ελπίδα του για βοήθεια ή έστω για θάνατο; και υπάρχουν φορές που αυτά τα δύο είναι ένα και το αυτό;